κι ἀναθυμᾶται ταῖς βουλαῖς ὁποῦ τὸν ἐπτωχάναν,
καὶ λέγει· ἐζυγανεῦγαν με καὶ διʼ αὐτὸ ἐχάνα, 185
ἂν εἶχαν ἔλθειν ἕνδεκα ʼς τὴν ἐδικήν μου χέραν,
ἐκέρδαινα τὰ πέρπυρα κʼ εἶχα καλὴν ἡμέραν.
ἑπτά ʼθελα καὶ δώδεκα κʼ ἦλθέν μου τέρνον κι ἄσω,
τὰ ζάρια μοῦ ʼλεγαν κακὸν, κι ἀνάκειται νὰ χάσω·
ἀπὸ δεκάξη τὸ κρατεῖ, ʼς τὴν ὦκαν πανδαλάσω, 190
ἔχασα τὰ δηνέρια μου, καὶ πάλιν ἂς γελάσω.
καὶ κεῖνον ὁποῦ ἐκέρδεσε, ἐκεῖνον πάλιν ψέγουν·
οὐδὲν κατέχει ταῖς βουλαῖς τῶν ἀζαριῶν, νὰ λέγουν,
ἀσχημάζει τὴν χέραν του, ῥίκτει τὰ σὰν ʼψημένος,
κι οὐδὲν κατέχει τίβοτας, δὲν ἔνεν μαθημένος. 195
καὶ τότε λέγουσιν κι αὐτόν „ἄφες νἀρθῇς κʼ εἰς ἄλλην“,
καὶ κεῖνος ἐγλυκάνθηκε καὶ ἀποκάτω νὰ βάλῃ·
ὅσα κι ἂν μᾶς ἐκέρδεσε διπλὰ τὰ θέλει χάσειν,
ἔρημον νὰ τὸν κάμωμεν, καὶ ὅλα νὰ τʼ ἐξεχάσῃ·
καὶ ναὔρουν πρωτοζαριστὴν καὶ νὰ τὸν ἐμπρεδέσουν, 200
νὰ τοὺς ἐβγάλῃ τὸ ταβλὶν κι ἐμπρός του νὰ τὸ θέσουν.
ἐχάσαν τὰ δηνέρια των, ῥοῦχά των ἐμαχεῦσαν,
κι ἀπὸ τὰ ζάριʼ ἐγέρθησαν ἔρημοι καὶ μισεῦσαν·
κι ἂν χάσουν, δὲν παιδεύουνται, θέλουν νὰ ʼκδικαιωθοῦσιν,
καὶ πάλιν νὰ διαγύρουσιν κʼ εἰς τὸ ταβλὶν νἀλθοῦσιν· 205
θαῤῥῶντα νὰ κερδήσουσιν ἐχάσαν ὅ,τι εἶχαν,
καὶ εἴτι τοὺς ἀπόμεινεν οὐδὲν ἀξίζει τρίχαν.
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/92
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––70––