τὸν ἔχει πλεὸν ʼς τὰ μάτια της ἐκεῖνον τῆς διαλέγει· 85
καὶ ἂν ᾖνʼ κι ἀνοίξῃ του νἀμπῇ ἐγέλασέν την τάχα,
καὶ τάσσει το εἰς ἀνδραγαθιὰν ʼς τὴν παλαιάν του τσουβάχα.
κανεὶς οὐδὲν εὑρίσκεται τὴν νύκταν νὰ γυρίζῃ,
νὰ μηδὲν πάθῃ τίβοτας κι ἄλλον νὰ φοβερίζῃ·
ἢ δέρνουν ἢ σκοτόνουν τον, ἢ νὰ τὸν φυλακίσουν, 90
ἢ νὰ τὸν εὕρουν ἀῤῥωστιαῖς νὰ τὸν κατακοιτήσουν.
ὁ πελελὸς ʼς τὰ σκοτεινὰ ἄδηλα νὰ ʼνθυμᾶται,
ἀμμʼ ὅποιος ἔνε φρόνιμος ʼς τὸ στρῶμάν του κοιμᾶται.
ὁποῦ γυρίζει σκοτεινὰ, κρυφὰ τρώγει καὶ πίνει,
τὸν βιόν του ἐξοδιάζει τον, ʼς τὰ κόπρια τὸν ἐχύνει· 95
τῆς νύκτας τὰ καμώματα ἡ ἡμέρα ἀναγελᾷ τα,
τῶν πελελῶν τὰ πράγματα, τῶν νεῶν τὰ κοπελάτα.
τραγουδιστάδες περπατοῦν, παιγνιώταις κατακροῦσιν
καὶ συναντοῦνται, χαίρουνται, γελοῦν καὶ τραγουδοῦσιν,
καὶ βάνει ὁ νοῦς τους ὑψηλά, κʼ εἰς ὅσον ὑψηλόνει, 100
τόσα καὶ πλειὰ καὶ πλειότερα ἀκόμη χαμηλόνει.
ἀμμὴ καλὸς κι εὐγενικὸς ἐγέρθην ἐκ τὸν δεῖπνον,
ὑπάγει ʼς τὸ κρεββάτιν του νὰ πάρῃ ʼλίγον ὕπνον.
κι ὁποὖνεν μέγας πελελὸς ἀπομακρεὰ χωρίζει,
καὶ ὅταν βρέχῃ καὶ βροντᾷ εἰς τὰ στενὰ γυρίζει. 105
ὁποῦ γυρίζει σκοτεινὰ λαχάνει καὶ φονεύγει,
καὶ πιάνουν καὶ φουρκίζουν τον, ἢ ἀπὸ τὴν χώραν φεύγει.
ἡ νύκτα χάνει τὴν τιμὴν κʼ ἡ ʼμέρα τὴν ἐπαίρνει,
κι ὁποῦ γυρίζει σκοτεινὰ μεγάλα παραδέρνει.
καὶ διʼ αὖτο τὸ εἶπεν ὁ Χριστός ʼς τὸ ἅγιον εὐαγγέλιον, 110
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/88
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––66––