μὲ τὴν ματσούχαν πολεμῶ τὸν ἄνεμον νὰ δείρω, 10
κι ἀπὸ τὸν ᾅδην τοὺς νεκροὺς κολάζομαι νὰ γύρω·
τῆς θάλασσας τὰ κύματα θέλω νὰ δεκατίσω,
καὶ τʼ ἄστρη τὰ ἀμέτρητα βιάζομαι νὰ μετρήσω.
τὴν νύκταν θέλω σκοτεινὰ γράμματα νʼ ἀναγνώθω,
κι ἀπὸ τὴν Πόλιν ὡς ἐδῶ τί κάμνουσι νὰ γνώθω· 15
καὶ μούλας λέγω „πέτασαι νὰ γύρῃς εἰς τὰ ὕψη“,
καὶ τὸ φεγγάριν τοὐρανοῦ χαμαὶ ʼς τὴν γῆν νὰ κύψῃ.
τὴν θάλασσαν τὴν ἄμετρον ὀρθόνω νὰ γλυκάνῃ,
καὶ λύκου λέγω πρόβατα ποτὲ νὰ μὴ δαγκάνῃ.
δέντρον ῥοζιάριν καὶ κυρτὸν νὰ ʼσιάσω μὲ τὰ λόγια, 20
καὶ δίχως σκάλαν βούλομαι νʼ ἀναίβω εἰς τʼ ἀνώγια·
κι ὡσὰν ἐτοῦτα δὲν θωρῶ ποτὲ νὰ συνοδεύσω,
οὕτως οὐδὲν θωρῶ καὶ σὲν ποτὲ νὰ σοῦ παιδεύσω.
λοιπὸν, παιδίν μου, ἔπρεπε νὰ ʼδῶ νὰ σʼ ἀφηγήσω,
εἴ τι κακὸν καὶ ἂν σʼ ἐλθῇ, νὰ μηδὲν τὸ ψηφίσω. 25
ἀμμʼ ἐνθυμοῦμαι, Φρατζησκὴ, τὸ πῶς εἶσαι γευμένος
κʼ εἶσαι μεγάλου ἀνθρώπου υἱὸς, ἀκριβοαναθρεμμένος,
κʼ εἶχα μὲ τὸν πατέραν σου πολλὰ καλὴν φιλίαν,
δείπνους καὶ γειώματα πολλὰ, σπλάγχνος καὶ ὁμιλίαν,
καὶ τοῦ πατρός σου ἡ φιλιά φουσκόνει με νὰ κλάψω, 30
καὶ σέναν πάλιν διαταγὴν καὶ παίδευσιν νὰ γράψω.
καὶ ἂν τὰ πιάσῃς, Φρατζησκή, τά λόγια τὰ σὲ γράφω,
ξεβάλλεις τὴν ψυχοῦλά σου ἀφʼ τοῦ ἰνφέρνου τὸν τάφον.
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/85
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––63––