Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/294

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––272––

ἰδοὺ, ἐξαίφνης ἤλθασιν ἀράπιδες κουρσάροι
καὶ παίρνουν με καὶ φέρνουν με ἐδῶ ʼς τὴν Μιτυλήνην.
καὶ εἶς αἰσχρὸς καὶ βδελυρός γέρων ἀπαὶ τὴν χώραν 725
χρυσίνους δίδει ἑκατὸν καὶ παίρνει με διὰ σκλάβα.
εἰς τὸ πορνεῖον μʼ ἔστειλεν μὲ ἄλλαις ὁποῦ εἶχεν,
γράφει καὶ τίτλον ἄνωθεν ʼς τʼ ἀνώφλιον τῆς πόρτας,
ὅστις τὴν πρώτην νύκταν (νὰ) κοιμηθῇ μετὰ μέναν,
χρυσάφι λίτρα ἥμιση νὰ ἔναι ἡ τιμή μου, 730
ὁ δεύτερος τὸ τέταρτον, κι ὁ τρίτος ἄλλον τόσον,
καὶ μετὰ ταῦτα οἱ ἑξῆς ἀπʼ ἑνὸς δηναρίου.
ἦλθεν ὁ πρῶτος τῇ νυκτὶ, ἀφέντης ἦν τοῦ τόπου,
καὶ σκύπτω εἰς τοὺς πόδας του, κλαίω τὴν συμφοράν μου,
καὶ δέομαι, ἀντιβολῶ, διὰ τὴν παρθενιά μου, 735
ʼξηγοῦμαι καὶ τὴν τύχην μου, τὴν γενεὰν τὴν εἶχα,
καὶ κεῖνος ἐλυπήθη με κʼ ἔκλαυσεν μετὰ μέναν,
καὶ δίδει με τὸ ψυχικόν, χρυσάφιν λίτραν μίαν.
ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος, ὁμοίως καὶ ὁ τρίτος,
κʼ ἐγώ πάλιν τά χρήματα δίδω τα τʼ αὐθεντός μου. 740
ἀλλʼ ἄτυχος ἀκόρεστος οὐκ ἦτον χορτασμένος·
ὡς εἶδεν ὅτι ἐκ θεοῦ τηρεῖτʼ ἡ παρθενιά μου,
καὶ δὲν εὑρέθηκέν τινας ὡς διὰ νὰ μὲ βιάσῃ,
εἶχεν γὰρ δοῦλον ἀσεβὴν ὄνομα Πωκαρώπα,
ὁρίζει, διαφεντεύγει τον νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ φθείρῃ. 745
ἐκεῖνος ἦλθεν τὸ λοιπὸν μετὰ μεγάλης βίας,
καὶ πίπτω εἰς τοὺς πόδας του, κλαίω, παρακαλῶ τον,
„οὐδὲν τολμῶ“ μὲ ἔλεγεν, „καὶ ὁρισμένος εἶμαι.“
ἐγὼ δὲ λέγω πρὸς αὐτόν, „καὶ τί ʼναι βία τούτου;“
„ὁ ἀφέντης μας (τὰ) στάμενα ʼγαπᾷ νὰ (τὰ) κερδαίνῃ, 750
καὶ διὰ τοῦτο τὸ ποιεῖ ἤτις ...............“
τότε παρακαλῶ αὐτὸν, τοῦτον τὸν λόγον λέγω
„εἰπέ τον τὸν ἀφέντην μας καὶ ἂς μοῦ συμπαθήσῃ,
καὶ μιὰν κιθάραν ἔμορφην θέλω διὰ νὰ μοῦ ποίσῃ,
καὶ νὰ τὴν κρούω εἰς χαρὰς, λογάριν νὰ σωρεύσω 755