καὶ ἤρξατο νὰ τραγῳδῇ, νὰ παίξῃ τὴν κιθάραν, 225
καὶ ὅσοι των ἠκούσασιν τὴν ὑμνῳδιὰν τὴν εἶχεν,
τὴν τέχνην καὶ τὰ λέγματα καὶ τὴν γλυκύτητά του,
ἔλεγαν νᾆναι ἄγγελος ἀπʼ οὐρανοὺς ἀπάνω,
καὶ παίζει τὴν παράδεισον τὴν ἐν Ἐδὲμ πλασθεῖσα.
τότε σπαράττεται ἰδεῖν ἡ Ἀρχιστρατηγοῦσα 230
τὴν τέχνην καὶ τὴν μελῳδιὰν καὶ τὴν γλυκύτητά του·
καὶ βλέπει καὶ τὸ κάλλος του, βλέπει τὴν ἐμορφιάν του,
κʼ ἐξέστηκε νὰ τὸν θωρῇ, νὰ τὸν καταστοχάζη.
ὡς γοῦν ἡ νύξ κατέλαβεν, ἐβρώθηκεν ὁ δεῖπνος,
ὅλοι ἀναχωρήσασιν μικροί τε καὶ μεγάλοι, 235
ὑπᾷ καὶ Ἀπολλώνιος ἔξω μετὰ τοὺς ἄλλους·
τότε δρομαίως τρέξασα ἡ Ἀρχιστρατηγοῦσα
λέγει πρὸς τὸν πατέρα της ῥήματα τὰ τοιαῦτα
„παρακαλῶ σʼ, ἀφέντη μου, θέλω νὰ μὲ γροικήσῃς.
αὐτὸν τὸν νεὸν τὸν ξενικὸν ποῦ ʼναι πολλὰ θλιμμένος, 240
ὡς ξένος κι ἀναγνώριστος μὴ ἔχει ποῦ νὰ μείνῃ,
ὅρισε νὰ τὸν δώσουσιν κραββάτιν διὰ νὰ μείνῃ.“
τότε εὐθὺς ἐπαίνεσεν τό ζήτημαν τῆς κόρης
καὶ λέγει, καὶ κρατῆσάν τον καὶ ποῖκάν του κραββάτιν.
ὁ ἔρωτας ἐσέβηκεν εἰς τὴν καρδιὰν τῆς κόρης, 245
κι ὅλην τὴν νύκταν ἔμεινεν ἄυπνη διὰ τὸν νέον,
καὶ σύντομα πρὸς τὴν αὐγὴν ἐγέρθηκεν ἡ κόρη,
ὑπᾷ ἐκεῖ ποῦ ἔμεινεν ἀφέντης ὁ πατήρ της,
εἶδέ την καὶ ἐζήτησεν τὸ πῶς ταχὺ ἠγέρθην.
σκύπτει, φιλᾷ τοὺς πόδας του καὶ τὰ γλυκειά του χέργια, 250
ἀναστενάζει ἀπὸ καρδιᾶς, ἀπὸ ψυχῆς δακρύει,
καὶ λέγει τὸν πατέρα της ῥήματα τὰ τοιαῦτα
„ἐγὼ πάντα ἐπίστευα καὶ πάντα εἶχα θάῤῥος
εἰς ὑμνῳδίαν τραγουδιοῦ καὶ τέχνην τῆς κιθάρας
νᾆμαι τεχνίτρια σωστὴ παρὰ πάντας ἀνθρώπους· 255
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/278
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––256––