καὶ νά ʼχῃς τὴν εὐχοῦλάν μου, νὰ τὴν γλυκοκερδέσῃς,
εἰπὲ τραγούδιν ἔμορφον καὶ παῖξε τὴν κιθάραν, 195
διὰ νὰ παρηγορήσωμεν τοῦτον τὸν νεὸν τὸν ξένον,
ὁποῦ ναυάγησεν πολλὰ μέσον διὰ πελάγου.“
ἐκείνη εὐθὺς ἐκέλευσεν, φέρνουσι τὴν κιθάραν,
ὥστε οἱ πάντες ἔχαναν, ἐξέστησαν, νὰ βλέπουν
καὶ νὰ γροικοῦν τήν μελῳδιὰν τῆς κόρης τῆς ὡραίας. 200
ὁ δʼ Ἀπολλώνιος οὐ κινεῖ εἰς ἀνάβλεψιν ἄνω,
ἀλλʼ ἦτον κάτωθεν κʼ ἐντὸς ὁλοκατεστιγμένος.
εὐθὺς δὲ ἐθυμώθηκεν ὁ βασιλεὺς ὁ μέγας
καὶ λέγει Ἀπολλώνιον ῥήματα τὰ τοιαῦτα
„θωρώ ʼσε, λιγοκάρδιον ὁμοιάζει ἡ καρδιά σου. 205
ἐγὼ διὰ τὴν ἀγάπην σου καὶ διὰ τὴν δούλευσίν σου
τὴν ἔποικες εἰς τό λουτρόν ...................
ἐκάθισά σʼ ἀπάνωθεν ὅλων τῶν μεγιστάνων,
καὶ ἄλλο μεγαλήτερον, τήν ἔχω φῶς καὶ μάτια
ἐξέβαλά την ἔμπροσθεν νὰ τραγουδῇ, νὰ παίζῃ, 210
νʼ ἀνοίξῃ τὴν καρδίτσαν σου ἐκ τὴν πολλὴν τὴν λύπην.
καὶ σὺ ἐγένου λυπηρὸς καὶ ἄμετρος τῆς λύπης.“
τότε ὁ Ἀπολλώνιος γοργὸν ἀπολογεῖται
„εὐχαριστῶ σʼ, ἀφέντη μου, εἰς τὸ καλὸν τὸ ποῖκες
ʼς ἐμὲ τὸν ξένον τὸν πτωχὸν καὶ δύστυχον τοῦ κόσμου· 215
πλὴν νὰ τὸ ξεύρῃς, βασιλεὺς, καὶ νὰ τὸ ἐγνωρίζῃς·
ἡ εὐγενὴς ἀρχόντισσα, τῆς βασιλειᾶς σου κόρη,
οὔτε τὸ πλῆκτρον τὸ καλῶς ἐπίσταται καὶ κρούει,
οὐδʼ ἐτραγούδα τεχνικὰ ἀπέσω εἰς τὴν τέχνην.
εἰ μὲν καὶ βούλῃ, βασιλεὺς, καὶ ἔναι ὁρισμός σου. 220
ὅρισε νὰ μοῦ δώσουσι ἐμέναν τὴν κιθάραν,
τότε νʼ ἀκούσῃς ἐμνοστιὰν μὲ μελῳδιᾶς καὶ τέχνης,
νὰ ʼδῇς τὴν τέχνην ἔμορφην, τὴν μελῳδιὰν σὰν πρέπει.“
καὶ λέγει, εὐθὺς καὶ δίδωσι ἐκεῖνον τὴν κιθάραν,
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/277
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––255––