Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/148

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––126––

σὰν εἶδεν ὁ κὺρ γάδαρος τὸ πῶς τριγύρου στέκουν,
καὶ τί λαλοῦσι πρὸς αὐτὸν καὶ πῶς τὸν παραστέκουν, 60
ἐνόησεν ὡς φρόνιμος καὶ βαριαναστενάζει,
καὶ πῶς νὰ κάμῃ μετʼ αὐτοὺς στέκει καὶ λογαριάζει.
λέγει „ζῶον ταλαίπωρον εἶμαι ἐγὼ τοῦ κόσμου,
ὁποῦ μὲ ταλαιπώρησεν ἀφέντης ὁ ʼδικός μου.
ἀπάνω μου οὐδὲν βαστῶ σάρκα ἀλλʼ οὐδὲ αἷμα· 65
ὀμνέω σας ἀλήθεια καὶ δὲν σᾶς λέγω ψέμα.
καὶ περπατῶ, κλονίζομαι, τρέμω καὶ θέλω πέσει,
οὐδὲ γιατρός, ὡσὰν γροικῶ, θέλει μὲ ὠφελέσει.“
ταῦτά ʼλεγεν ὁ ταπεινὸς τάχατες γιὰ νὰ πάγουν,
διὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπʼ αὐτουνοὺς, μήπως καὶ τόνε φάγουν. 70
καὶ πάλιν λέγει, „ἄρχοντες, νὰ ʼπῶ τῆς ἀφεντειᾶς σας,
ἐγὼ ʼγαπῶ κι ὀρέγομαι νἄχετε τὴν ὑγειά σας.
γιατί θωρῶ τὸ κάλλος σας, τὴν ὡραιότητά σας,
τὴν καλοσύνην τὴν πολλὴν καὶ τὴν γλυκύτητά σας,
καὶ θέλω νὰ γλυτώσετε, νἄχετε τὴν ζωήν σας, 75
νὰ πᾶτε ʼς τὰ σπητάκια σας καλὰ μὲ τὴν τιμήν σας,
καὶ φύγετε ὀγλίγωρα, πʼ ἀφέντης μου βιγλίζει,
καὶ μὲ ζαγάρια καὶ σκυλιὰ τὸ δάσος τριγυρίζει.
ὅταν θελήσῃ νὰ ἐβγῇ νὰ πᾷ νὰ κυνηγήσῃ,
δὲν ʼβρίσκετʼ ἄλλος κυνηγὸς ὀμπρός του νὰ νικήσῃ, 80
γιατί εἶναι μέγας κυνηγὸς, μέγας περδικοπιάστης,
κι ἂν ἒν καὶ ʼπῇς καὶ φύγῃς τον, βλέπε ὅτι λαθάστης.
ὄντα τὸν πάρουν ἄρχοντες γιὰ νὰ περιδιαβάσουν,
τὰ ὄρη ὅλα τρίβονται, τὰ δάση συντρομάσουν,
γιατʼ ἔχει σκύλους δυνατοὺς, ἔχει καὶ τὴν ἀνδρεία, 85
σκύλους χοντροὺς, λαγωνικὰ ἀπὸ τὴν Λομπαρδία·
πέτονται ὡς οἱ γέρακες, ὡς ἀετοὶ γυρίζουν,
λειοντάρια, λύκους και θεριὰ, ὁσάβρουν, τὰ ξεσκίζουν.
καὶ ὅταν θέλῃ νὰ βαλθῇ νὰ πιάσῃ τὸ δοξάρι,
οἱ λύκοι κι ὅλα τὰ θεριὰ τρέμουσι σὰν τὸ ψάρι.“ 90
ταῦτά ʼλεγεν ὁ γάδαρος, μὴ νὰ τοὺς φοβερίσῃ,
νὰ ʼβρῇ κι αὐτὸς τὴν ἄδεια του, γιὰ νὰ παραμερίσῃ.
ἡ δʼ ἀλουποῦ ἡ πονηρὰ, ἡ δολιοπανοῦργος,