διατί ἔφθειρε τῆς κορασιᾶς τὸν ζαχαράτον κλῶνον, 130
τοῦ πόθου ταῖς ξεφάντωσες, τῆς νεότης ταῖς τρομάραις
ἔφαγεν ὁ ἀχρόνιστος δίχως χαραῖς κι ἀντάραις.
ἐτοῦ μὲ σφάζει τὸ λοιπὸν καὶ συμπονῶ καὶ κλαίγω,
θυμούμενος συχνοτρομῶ καὶ ὅλος μέσα τρέμω.
λοιπὸν τὸ δίκαιον κάμνει με νὰ λέγω καὶ νὰ γράψω 135
καὶ νὰ τὸ ʼπῶ ὅλο φανερὰ καὶ νὰ μηδὲν τὸ πάψω.
τί σὲ ʼφελᾷ, βεργόλυγη, νἄχης τὸν γέρον ἄνδρα,
νὰ τὸν θωρῇς ὁλόψαρον σὰν τράγον εἰς τὴν μάνδρα,
νὰ στάζῃ ἡ μύξα του συχνὰ ὡσὰν τῆς προβατίνας,
καὶ νὰ ʼξγομπιάζῃ ἡ ῥάχη του σὰν τὸν λαιμὸν τῆς χήνας, 140
νὰ τὸν γροικᾷς ὁληνυκτὶς νὰ βήχῃ σὰν τὴν αἶγαν;
ἄδικον ποὖτον εἰς ἐσέ, κρίμα πολὺ καὶ μέγαν·
ἀτή σου κρῖνε τὸ λοιπὸν τοῦτο τὸ καταλόγιν,
ἂν καί ʼπρεπε ῥοδόμνοστης τέτοιον γεροντολόγιν,
εἰς τέτοιον ἀπάνθρωπον καὶ τέτοιαν συχασία! 145
ἄδικον ποὖτον εἰς ἐσὲν καὶ ἀδικοκρισία
ʼς τέτοια κάλλη σὰν αὐτὰ καὶ τόσαις εὐμορφάδες,
ὁπὤχει τὸ κορμάκι σου, μὲ τόσαις ἐγλυκάδες.
ἄφες τον τὸν συχαντερὸν εἰς τὴν κακήν του ὥραν,
ποῦ νἄβγαλεν εἰς τὸ κορμὶ τὸ γρόσιμαν καὶ ψώραν, 150
ἔπαρε ἕναν νεούτσικον ἔτσι ὡσὰν ἐσένα,
νὰ σφικτοαγκαλιάζεσθε καὶ νᾆστʼ ἀγαπημένα,
καὶ νὰ γροικᾷ ἡ καρδίτσα σας τοῦ πόθου τὴν ἀγάπην·
διατί οἱ νέοι ἂς χαίρωνται κι ὁποῦ γροικάει ἂς βλέπῃ,
νὰ στάζῃ ζαχαρόδροσον σὰν τὤμορφον σταφύλι, 155
νὰ πιπιλίζῃ ἕνας τἀλλοῦ τὸ στόμα καὶ τὰ χείλη,
ʼς τὴν κοσμικὴν ἐπιθυμιὰν νᾆστεν συχνὰ δοσμένοι,
ʼς τοῦ πόθου τὴν γλυκότητα πάντοτʼ ἀγκαλιασμένοι,
τὰ μέλη σου νὰ γαργαλοῦν, νὰ δράμῃς καὶ νὰ πιάσῃ,
νὰ δροσιστῇ ἡ καρδοῦλά σου, ὅλη νʼ ἀγαλλιάσῃ, 160
νὰ ῥᾳθυμᾷς ἐκ τὴν χαρὰν καὶ νὰ μηδὲν χορταίνῃς,
κʼ ἐκ τῆς χαρᾶς γλυκώτατην τὴν χάριν νὰ λαμβάνῃς.
τοῦ νεούτσικου τὸ φίλημα καὶ τʼ ἀγκαλιάσματά του
ʼμοιάζουν ʼς τʼ Ἀπρίλη ταῖς δροσιαῖς, τʼ ἄνθη καὶ τὰ καλά του.
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/132
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––110––