Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/131

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––109––

σὰν νἄτρωγε ῥοδόμηλα, στέκει ἀπομουδιασμένη,
ἀνάπλεκη, ἀνορδίνιαστη, κρέμονται τὰ μαλλιά της, 95
καὶ στέκει μὲ τὸν σκόντουφλον, ʼβρίζει τὴν φαμελιάν της,
ʼβρίσκει ἀφορμὴ καὶ λέγει της καὶ δέρνει τὴν κοπέλαν,
λέγει της „πῶς δὲν ἔπλενες, βρωμοῦσσα, τὰ σκουτέλα;“
ἐβγάνει τὸ καλήγι της καὶ ʼς τὴν κορφὴν κτυπᾷ την,
„ἄγωμε, στρῶσε γλήγορα τὸ βρωμερὸν κρεββάτι.“ 100
πάντα μουγκρίζει μοναχὴ καὶ μὲ τὸ σκούτοφλό ʼναι,
τὸ σπήτι ἂν ἔναι σπαστρικό, λέγει, „ἀσάρωτό ʼναι,“
φωνάζει, „σύρε, φέρε μου, μωρὴ, γοργόν τὴν ῥόκα
καὶ τʼ ἀλεξανδρινὸν σκουλὶν ἐκεῖνο τὸ σὲ δῶκα.“
τρέχει κοπέλα, φέρνει το, κι ἂς λησμονᾷ τʼ ἀδράκτι, 105
κρούει κλωτσιὰ, ʼγκρεμνίζει την κάτω ʼς τὸν καταῤῥάκτην.
μὲ τὰ κατσιὰ δικάζεται, μαλόνει μὲ τʼ ἀρνίθια,
τοῦτο δὲν λέγω ψέματα, νὰ λέγω παραμύθια.
καὶ ταύταις ὅλαις ταῖς χολαῖς, ὅλαις ταῖς φθαίγει ὁ γέρος.
ὦ κύριε, ποῦ τʼ ἀνάγκασεν νὰ μὴ ἰδῇ τὸ θέρος, 110
ὦ κύριε, δεῖξε θάμασμα εἰς τοὺς προξενητάδες,
ὁπὤδοσαν τοῦ γέροντος τὴν νεὰν διὰ ταῖς ἰντράδες·
ὅποιος θυμήθη πρωταρχῆς τούτην τὴν ὑπανδρείαν,
ποῦ νὰ τὰ φᾶν τὰ κρειάτα του ἀρκοῦδες καὶ θηρία.
καὶ τίς τὸν ἐπροξένησε ποῦ νᾆχε φᾶ φαρμάκι, 115
ὁπὤσμιξε τὸν κόρακα μετὰ τὸ τρυγονάκι;
τίς ἦτον ʼπῶ προξένησε τὸ βρωμερὸ τὸ σκόρδο
μὲ τʼ ἄσπρον τὸ τριαντάφυλλον καὶ μυρωδάτον ῥόδον;
τίς ἦτον ʼποῦ τὴν ἔσμιξε τὴν ἀγριοτζουκνίδα
μʼ αὐτήνην τὴν ῥοδόμνοστην καὶ γλυκοκορασίδα; 120
νὰ κάψῃ ὁ θεὸς τὰ ῥοῦχά του καὶ τὰ φλωριά του ὁμάδι,
καὶ νὰ τὸν κάψῃ καὶ κακὸν θανάτου ἀμπελοκλάδι.
τότε γουργὰ νὰ τὤκουσα, ἀτός μου νὰ τὸ εἶδα
νὰ τὸν ἐπάρῃ ὁ δαίμονας ʼς τὸν ᾅδην διὰ μερίδα,
διατί ἔπρεπʼ ὁ κακότυχος καλόγερος νὰ γένῃ, 125
νὰ ξεδουλεύῃ τὴν ψυχὴν πολὺ μαγαρισμένη·
ἔπρεπέ τον νὰ φόρεσε μαντὶ καὶ καμηλαύκι
καὶ ῥάσινον ʼποκάμισον, διὰ τὴν ψυχὴν νὰ πάσχῃ,
νὰ φᾷ τὸ πρικοφάρμακον ἀντάμα μὲ τὸν πόνον,