ἄνοστα καὶ κακόχνωτα εἶνʼ τʼ ἀγκαλιάσματά του; 60
καὶ τὰ παιγνίδια του ψοφοῦν σὰν νύκτα μαυρισμένη.
καὶ ποιά ʼναι κείνη ποῦ ʼμπορεῖ νὰ βλέπῃ, νὰ ʼπομένῃ
ὁληνυκτὶς ποῦ δὲν ψηφᾷ, μόνον ποῦ ῥωχαλιάζει;
κʼ ἡ κόρη σήτα τὸν γροικᾷ, πλήσκει καὶ τικτικιάζει·
καὶ τὸ ταχὺ σηκόνεται, λέγει της „ἄμε, ʼντύσου, 65
βάλε τὰ ροῦχα τἄμορφα, ἀγάπη μου, στολίσου.“
καὶ τὸ λοιπὸν στολίζεται τὸ ταπεινὸ τρυγόνι
τʼ ἀντίπροικο τοῦ γέροντος καὶ δείχνει σὰν παγώνι·
κι ὡσὰν ἰδῇ τὸν ἄνδρα της, πλήσκει και καλοντόνει,
κʼ εἰς μιὸν ταχὺ μετανογᾷ ὡσὰν τʼ ὀξὺ λιμόνι. 70
γροικᾷς καὶ λέγει μέσα της, „κακὸ ῥιζικὸ ὁποῦ ʼχα!
τί τὄθελα τʼ ἀντίπροικο καὶ τὰ πολλὰ τὰ ῥοῦχα;“
εἴ τε κι ἂν ἔναι φρόνιμη, μὲ τοῦ καιροῦ τὸ θάῤῥος
καὶ λέγει πάντα μέσα της „μήνα τὸν πάρῃ ὁ Χάρος,
καὶ τότε μὲ τὰ ῥοῦχά του καὶ μὲ τὰ ἐδικά μου 75
νὰ πάρω ἕναν νειούτσικον εἰς τὸ πλευρὸν κοντά μου.“
παρηγορᾶται ἡ ἄτυχος μὲ τοῦτα καὶ μʼ ἐκεῖνα,
ʼς τὸν Χάρον ἔχει θαῤῥετά, ʼς τὸ φθιάρι, ʼς τὴν ἀξίνα,
καὶ νύκτα ʼμέρα καρτερεῖ, ʼς τὸν Χάρον ἔχει ὀλπίδα,
μήνα τὸν κόψῃ ξαφνικά ἡ λοιμικὴ ψιλίδα. 80
λοιπὸν ἂν λέγω ψέματα ἤ γράφω παραμύθια,
ʼρωτᾶτέ ταις ὁποῦ ἔπαθαν νὰ ʼποῦσιν τὴν ἀλήθειαν
καὶ πῶς νὰ σοῦ ʼξηγοῦμαι ʼγὼ τοῦ γέρου τὰ μαρτύρια
καὶ τὴν πολλὴν ἀδυναμιὰν, τοῦ πόθου τὰ μυστήρια;
δὲν δύνεται ʼς τὸ φυσικὸν, μόνον εἰς ταῖς λουλάδες, 85
φιλεῖ, τζιμπᾷ, μαλάσσει την, καὶ κάμνει μελανάδες.
λοιπόν γροικήσετε καλὰ τὸ φυσικὸν τί θέλει
κʼ ἡ νεότης πῶς ὀρέγεται νὰ τρῷ συχνὰ τὸ μέλι.
ἔκλινεν κάτου τὴν κορφὴν κʼ ᾑ ῥίζαις ἀποβγῆκαν,
καὶ πλέον οὐδὲν δύνεται ʼς τὴν κοσμικὴν τὴν γλύκαν. 90
καὶ στέργει ὁ κακότυχος μὲ πίκρα νὰ ζηλεύῃ.
γροικῶντα πῶς δὲν δύνεται τὴν φύσιν νὰ δουλεύῃ,
κάθε πουρνὸ σηκόνεται ἡ κόρη χολιασμέμη·
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/130
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––108––