Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/129

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––107––

εἰ τύχῃ μάνα κι ἀγαπᾷ ἢ συγγενὴν καὶ κύριν, 25
νὰ τοὺς ἰδῶ νὰ κολυμποῦν σὲ βοῦρκα σὰν οἱ χοῖροι,
διατί λιμπίζονται εἰς φλουρὶν, σὲ πλοῦτος κʼ εἰς ἀμπέλια,
καὶ συμπωλοῦν τοῦ γέροντος ταῖς γλύκαις καὶ τὰ μέλια,
τὴν νεότην καὶ ταῖς ἐμμορφιαῖς, τὰ δροσερὰ τὰ κάλλη,
ἐπούλησαν τοῦ γέροντος διὰ τὰ φλωριά του πάλι. 30
διὰ τὸ πολὺν τʼ ἀντίπροικο καὶ ῥοῦχα ὁποῦ δίδει,
παίρνει τὴν νεὰν ὁ γέροντας καὶ τρῷ την σὰν ἀπίδι,
ἐκεῖνον τὸ γλυκώτατον τʼ ἄνθος τῆς παρθενίας,
τὴν γλύκαν τῆς γλυκότητος, τῆς ἐρωτοκρατίας,
καὶ τοῦ δενδροῦ τʼ ὀπωρικὸ τʼ ἀνάθρεφεν ἡ κόρη 35
μὲ προσοχὴ καὶ μὲ τιμὴ, κι ἀνάθρεφʼ ὅσον ʼμπόρει.
ηὗρεν ὁ γέρος ὥριμον τʼ ἀπίδι καὶ δροσίστη,
καὶ τὸ κλαδάκιν τοῦ δενδροῦ ἀπὸ τὸν τόπον σχίσθη,
καὶ στάξασιν τὰ φύλλα του δρόσον ὁποῦ ἐγέμαν,
ὁμάδι μὲ τῆς παρθενιᾶς τὸ τιμημένον αἷμαν. 40
καὶ στέκω καὶ θαυμάζομαι τὸ θαύμασμα τὸ μέγα,
πῶς ἐδυνήθη κʼ ἔκοψεν ἡ μαραμένη βέργα
τῆς παρθενιᾶς τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐνοστιμάδα,
τῆς ἐρωτιᾶς τὴν δύναμιν πὤγεμε τὴν γλυκάδα.
κι ἀπήτις ἔφα μισὴ φορὰ τὸ ζαχαράτο μέλι, 45
ἀπὸ τὸν κόπον τὸν πολὺν ἔμεινε σὰν γυψέλη,
καὶ πλεὸν οὐδὲν δυνήθηκεν τὸ μέλι νὰ τὸ στύψῃ,
ὅτι ἔπεσάν του τὰ νεφρὰ καὶ δὲν ʼμπορεῖ νὰ σκύψῃ,
ἀτόνησε καὶ δὲν μπορεῖ τάχα ὡσὰν νὰ σκάπτῃ,
ἀγκομαχεῖ συχνὰ συχνὰ, καὶ ἡ καρδιά του ἅφτει. 50
ῥωχαλίζει ὡς ἀγριόχοιρος καὶ βρυχημὸν καὶ ῥόχη
ἀγκομαχεῖ ὁ κακότυχος σὰν νὰ ʼτρεχε σʼ ἐγδόχη,
ἀγριόνει καὶ τὰ μάτια του σὰν ψοφισμένου σκύλου,
ἀφρίζει καὶ τὸ στόμα του ὡσὰν λυσσιάρη σκύλου,
ἀνατριχοῦν τὰ γένεια του καὶ τρίζουν σὰν * χηναίου. 55
τὰ ʼδόντια του ἐκ τὰ γερατιὰ δὲν ἔχουν τί σοῦ λέγουν,
καὶ δὲν τὸ γνώθει ὁποῦ γροικᾷ τοῦ γέροντα κανάκια
πῶς εἶναι πούπετις πικρὰ πλεὸν παρὰ φαρμάκια.
καὶ πῶς νὰ σᾶς διηγηθῶ εἰς τʼ ἀγκαλιάσματά του;