ὡς γιὰ νὰ ʼπῇ τὸ δίκῃον της καὶ νὰ τὸ ὁμιλήσῃ.
Τὰ χέρια τους δὲν δύνονται ἀπάνω νὰ σηκώσουν, 505
οὐδὲ νὰ τὰ μαζώξουσιν, οὐδὲ νὰ τὰ ξαπλώσουν,
τὸν θεόν τους νὰ δοξάζουσι μὲ τὴν ταπεινοσύνην,
γιὰ ναὔρῃ ἡ ψυχίτζα τους μικρὰν ἐλεημοσύνην·
τὰ πόδια τους τὰ ὄμμορφα τώρα ʼς τὸν ᾅδην εἶναι
καὶ τρώγουνται καθημερνὸν, ἀλλοὶ, κρῖμαν ὁποῦ εἶναι! 510
Καὶ νὰ περπάτησαν ποτὲ, καὶ νὰ ἐπιλαλῆσαν,
τώρα ὑποῦναι εἰς τὴν γῆν σκώληκες τα γυρίσαν.
Τὰ χείλη κατεμαύρισαν καὶ κόπην ἡ λαλιά τους·
ἡ κεφαλή τους σχίστηκεν κʼ ἔπεσαν τὰ μυαλά τους.
Τοῦτο σὲ λέγομεν νὰ ʼπῆς δίχως τὰ πιττάκιά μας· 515
τὸν ἄμετρόν μας τὸν βλαμμὸν τὸν ἔχουν τὰ κορμιά μας,
ἂ λάχῃ νὰ πονέσουσιν καὶ νὰ μᾶς λυπηθοῦσιν,
νὰ ξεζαρώσʼ ἡ χέρα τους καὶ νὰ μᾶς θυμηθοῦσιν.
Διὰ τοῦτο σὲ παρακαλῶ, βλέπε μὴ λησμονήσης
νὰ πᾶς αὔρι ʼς τὸ σπίτι μας καὶ νὰ τοὺς ὁμιλήσῃς. 520
Εἰπὲ καὶ τὰς γυναῖκας μας, εἰπὲ καὶ τῶν παιδιῶν μας
νὰ δώσουσιν πολλῶν πτωχῶν ἀκόμη ἀπὸ τὸν βιόν μας·
νὰ πέψουσι ʼς ταὶς φυλακαὶς ψωμὶν, κρασὶν, σιτάριν,
γιὰ νὰ τῶν ἔχωμεν κʼ ἡμεῖς πολλὴν ἢ ὀλίγην χάριν.
Ἂς πιάσουν τὴν διάταξιν, τὴν ἔποικα ʼς τὸν κόσμον, 525
καὶ δὲν ἀφῆκα κἀνενός, πλὴν τῶν παιδιῶν μου μόνον,
θαρρῶντας ὁ κακότυχος νὰ ποίσουν ὡς γιὰ μένα,
γιατὶ ὄνταν ἤμουν ζωντανὸς κακἆχα καμωμένα·
διὰτ αὗτο σὲ παρακαλῶ πάλιν, μὴ λησμονήσῃς
Σελίδα:Bibliothèque grecque vulgaire Volume 2, Emile Legrand (1881).pdf/235
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
APOCOPOS DE BERGADÈS.
121