«πότε τὸ βλέπω ἐγίνετο; πῶς τὸ θωρῶ ἐσυνέβη;
καὶ πῶς ἡ τύχη ἐνάντιον σας νὰ κλώσῃ ἐσυγκαταίβη;» 390
Καὶ διάβην ὥρα περισσὴ νὰ τῆς ἀποκριθοῦμεν,
εἰς ὅ,τι μᾶς ἐρώτησεν κατὰ λεπτὸν νὰ ʼποῦμεν.
Καὶ τότʼ ἀπολογήθημαν μετά δακρυῶν καὶ πόνου,
κʼ εἴπαμεν τὸ μᾶς ἤφερεν ἡ συμφορὰ τοῦ χρόνου·
πῶς τῆς θαλάσσου ὁ κίνδυνος, πῶς ἡ φθορὰ τʼ ἀνέμου 395
ʼς τὸν ἅδην μᾶς ἀπέσωσεν δίχως αἰτιὰν πολέμου·
«ἔρχοντας τότες εἰς ἐσέ, μὲ πόθον νὰ σὲ δοῦμεν
μὲ τοῦ πατρός μας τὴν εὐχὴ καὶ πάλιν νὰ στραφοῦμεν,
ἡ εὐχὴ κατάρα γίνετον κʼ ἡ προσευχή του βάρος,
καὶ θάνατος ὁ δρόμος μας, καὶ τὸ ταξίδιν Χάρος. 400
Καὶ τοῦτο πότʼ ἐγίνετον, λέγω, μικρὸν σημάδιν
ἀκόμη ἀπὸ τὰ ροῦχα μας βλέπεις ὑγρὰ μοιράδιν.»
Ἀκόντα μου τὸ ῥώτημαν ἔκλαιγεν καὶ θρηνᾶτον,
κʼ εἶπεν· «οὐαὶ τοὺς καρτερεῖ τὸ δολερὸν μαντάτον,
ὁποῦ ʼς τὸν ᾅδην ἔπεψαν μιὰν νύκτα, μιὰν ἑσπέραν, 405
τοὺς εἶχασιν παρηγοριὰν, δυὸ υἱοὺς καὶ θυγατέραν!
Τὸν Χάρον τους ἐσπείρασι, θάνατον ἐθερίσαν,
Σελίδα:Bibliothèque grecque vulgaire Volume 2, Emile Legrand (1881).pdf/228
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
114
BIBLIOTHÈQUE GRECQUE VULGAIRE.