Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Bibliothèque grecque vulgaire Volume 2, Emile Legrand (1881).pdf/210

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
96
BIBLIOTHÈQUE GRECQUE VULGAIRE.

Ἔτρωγα, οὐκ ἐχόρταινα, ἥρπουν καὶ πάντʼ ἐπείνουν,
καὶ ὡς πεινασμένος ʼς τὸ φαΐ ὕστερα πάλʼ ἐκίνουν.
Κʼ ἡ μέλισσα οὐκ ἔπαυεν πάντα νὰ μὲ τοξεύῃ,
καὶ τὸ δεντρὸν ἠρχίνισεν, ὡς εἶδα, νὰ σαλεύῃ,
νὰ συχνοτρέμῃ, νὰ χαλᾷ, νὰ δείχνῃ κάτω νἄρθη, 45
καὶ ʼγὼ τὸ φαΐ ἐσκόλασα καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἐπάρθην.
Κʼ ἐστοχαζόμην τὸ δεντρὸν, τοὺς κλώνους του τριγύρου,
καὶ πάλιν μέσα τὤβλεπα, τίς τὤσειεν ἐσυντήρουν.
Καὶ δυὸ μʼ ἐφάνην ποντικοὶ τὸ δένδρον ἐγυρίζαν,
ἄσπρος καὶ μαῦρος, μὲ σπουδὴν τοῦ ἐγλύφασιν τὴν ῥίζαν. 50
Εἰς τόσον τὸ κατέφεραν καὶ ἔκλινε νὰ πέσῃ
ὅθεν ἡ ῥίζα τὴν κορφὴν ἐκέλευσε νὰ θέσῃ.
Καὶ ʼγὼ τὸ ʼδεῖν ἐτρόμαξα, νὰ καταιβῶ ἐβιάσθην,
ἀλλʼ ὡς μελίσσιν εἰς τὸ φᾶν ἔμεινα ἐκεῖ κʼ ἐπιάσθην.
Τὸ δένδρον ὁποῦ ἤλπιζα νὰ στέκετʼ εἰς λιβάδιν 55
ἦτον εἰς φρούδιν ἐγκρεμνοῦ κʼ εἰς σκοτεινὸν πηγάδιν.
Καί, ὡς ἔκλινεν, μʼ ἐφαίνετο τὸν ἐγκρεμμὸν ἐζήτα·
κʼ ἡ μέρα πάντʼ ὠλίγαινεν καὶ σίμονεν ἡ νύκτα,
καὶ ἀπήτης τὴν ἀπαντοχὴν τῆς σωτηριᾶς μου ἐχάσα,
ὅθεν εἰς τέλος ἔμελλε νὰ καταντήσω ἐπιάσα. 60