Ὅτις ἀξάφνου μάλαμμαν βιγλίσῃ,
τῆς ἐμμορφιᾶς τὸ βλέμμαν τοῦ μεινίσκει,
ὅτι πῶς ὀμμορφήτερον κρινίσκει,
ὁ κόσμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ποίσῃ·
ἀμμʼ ἀφʼ ὅτης εἰς τὸ λαμπρὸν κολλήσῃ,5
πγιάνει ἄλλην ὀμμορφιὰν ἀποὺ τὴν φώτην
ʼμορφότερην πολλὰ παρὰ τὴν πρώτην,
καὶ τίτοια εἶναι τοῦ χρουσαφιοῦ ἡ φύσι.
Ἤτζου μὲ τζέγνιασεν καὶ μὲν τὸ ʼδεῖ σου,
εἰς ὅσον σʼ ἀναντράνισα, κυρά μου,10
εἴπουν, ὁ κόσμος δὲν ἔχει μεσά μου
νὰ ξαναποίσῃ πγειὸν κἀμμιὰ μοιαστή σου·
ἀμμʼ ἀφʼ ὅτης ἀφῆκες τὸ μαντύ σου
κʼ ἔπγιασες τὸ μισάδιν ἀλλʼ ὄμμορφή ʼσαι,
καὶ ὅτις σὲ ʼδῇ, κρινίσκει τὸ πῶς εἶσαι15
ʼμορφήτερη ʼχ τὴν πρώτην ἐμαυτή σου.
Γιατʼ ἡ κυρά μου φεύγει ἀποὺ ʼξ αὐτόν μου,
ἦλθα, πουλιὰ, μὲ σᾶς νὰ καταντήσω·
γιατʼ ή κυρά μου ξάνπεν τὸ λαμπρόν μου,
ἦλθα ʼς τὸ σκιό σας, δέντρη, νὰ καθίσω·
καὶ μετὰ σέναν, βρύσι, ἂν ἠμπορήσω5
νὰ δροσιστῶ πριχοῦ μὲ καταλύσῃ·
κὴ, ἀφʼ ὧν δὲν θέλει πγειὸ νὰ μοῦ γροικήσῃ,
γροικᾶτε μου, πουλιὰ, δέντρα, καὶ βρύσι.
Γροικᾶτε μου, πουλιά μου, καὶ λυπηθῆτε,
γροικῶντα τὴν πολλήν της σκλεροσύνην10
καὶ σεῖς δέντρα ʼχ τὴν λύπην μαραθῆτε