κʼ ἤτζου τὰ δυό σου χείλη τὰ κουρέλλια
νὰ μὲν μὲ φέρουσιν εἰς τὸ τέλος τέλεια.
Καθὰ νὰ ʼδῶ τὸ βγιενικὸν τὸ ʼδεῖ σου,
ὅλος ἁφταίνω καὶ θαρρῶ μεσόν μου·
κὴ ἅνταν τὴν εὐγιεγνειὰν καὶ τὴν τιμή σου,
τὸ θάρρος ὅλον φεύγει ʼπὸ ʼξ αὑτόν μου·
μὲ τὴν τιμὴν τὴν λύπησιν ʼς αὑτή σου5
ἐλπίζοντα γλυκὺ ἔνι τὸ λαμπρόν μου,
κὴ ἂν τοῦτον μοῦ λαλῇ νὰ σʼ ἀκλουθήσω,
τʼ ἄλλον ἀποὺ μακρὰ νὰ μὲν τολμήσω.
Ἂν τὤνα μοῦ λαλῇ νὰ μὲν τολμήσω,
τʼ ἄλλον μὲ σφίγγει καὶ δίδει μου θάρρος,10
κʼ εἶμαι μεσόν τους ὅπου νὰ γυρίσω
ἀποθαμμένος, πρὶν μὲ πάρῃ ὁ Χάρος·
κὴ ἂν ἔνʼ καὶ χίλιαις φοραὶς ξηψυχήσω,
πάντα ʼμαι ζωντανὸς μὲ μέγαν βάρος·
κὴ ὡς γοιὸν ὀλπίζω κʼ εἶμαι φοβουμένος,15
ζῶ μὲ τὸν Χάρον, ζῶ κὴ ἀποθαμμένος.
Ἂν ἴσως κʼ εἶμαι ζωντανὸς ἢ ἀποθαμμένος
θέλοντα ʼς ὅσα πάθη νὰ μοῦ δώσῃς,
γιατὶ ἀποβγιαίνω κʼ εἶμαι ἀναπαμμένος
τόσον βουργὰ γοιὸν πγειὸν νὰ μὲ πληγώσῃς·20
γιατὶ δὲν πλήσσω ἂν ἦμαι λαβωμένος,
χαίρομαι ὄνταν ἐσὺ νὰ μὲ λαβώσῃς,
ἀμμʼ ἔτζου ὅσο ποῦ ζῶντα παιθηνίσκω,
πάντα μου ζῶ κὴ ἀνάπαψιν δὲν βρίσκω.