πᾶς καὶ ἂς ʼπῇ δὲν εὕρω λεμοσύνην
τόσην εἰς ὅσην ἔχεις καλοσύνην.
Δέντρη, μηδὲν θαρρεῖτε καὶ λυποῦμαι,
γιατὶ ἀθοί σας λείπουν ἀξʼ αὑτόν σας·
δέντρη, μηδὲν θαρρεῖτε καὶ θλιβοῦμαι,
γιατὶ παίρνουσιν ἄλλοι τὸν καρπό σας·
ἀμμʼ ὅσα ʼς τὸ πάθος μαρτυροῦμαι,5
ἔνι καὶ λείπει ὁ ἥλιος μου ἀχ τὸ σκιό σας·
γιὰ τοῦτον κλαίω μετά σας κάθα ὥραν,
γιατὶ δὲν ἔναι καὶ πάλε γοιὸν μιὰν φόραν.
Ἐνίκησές με σού μʼ ἕνα σου βλέμμαν,
τὸ πγοιὸν κἀμμιʼ ἄλλη ἀκόμη δὲν καυκᾶται,
τώρα θὲ νὰ νικήσω ʼγὼ τὸ πνέμμαν,
γιατὶ τὸ βγιενικὸν μόνον λυπᾶται·
κὴ ἂν ἴσως κʼ εἰς ἐμέναν ποίσω στρέμμαν5
ποτὲ θέλω νὰ γράψω νʼ ἀγροικᾶται
ὁ πόθος ποθεῖται μπορεῖ κἀμπόσα,
ἀμμʼ ὄχι γοιὸν μιὰν ἄγκρι μηδὲ τόσα.
Πῶς ἐμποροῦσιν δυὸ ἄστρα λαμπρυσμένα
νὰ μηδὲν φέγγουν δίχως νὰ φλογίζουν;
δυὸ δροσινὰ τραντάφυλλα ʼνοιμμένα
πῶς ἔναι μπορετὸν νὰ μὲν μυρίζουν;
ἤτζου κʼ ᾑ δυό σου βουκκιαὶς, ἅγι μένα,5
πρέπει μὲ δίκῃον μὲν μὲ μαρτυρίζουν,