ὦ κακιωμένη τῆς φιλιᾶς καὶ φύσις,
λοιπὸν τὴν ὀμμορφιὰν τίντα νὰ ποίσῃς;
Δίδει τὴν βράστην ʼς τὸ λαμπρὸν ἡ φύσι,
ʼς τὸ χιόνιν δίδει κρυότην, δίδει ἀσπράδαν,
λαμπρὸν ἀχ τὸ λαμπρὸν νὰ βγῇ ἔναι χρῆσι,
τὸ χιόνιν πάλε βγάλλει μαργωμάδαν·
μπορεῖ τὸ χιόνιν τὸ λαμπρὸν νὰ σβύσῃ,5
καλὰ κὴ ἂν διώχνῃ τὸ λαμπρὸν τὴν κρυάδαν,
καὶ μέναν τὸ λαμπρόν μου δὲν πυρίζει,
βγιαίνει ʼποὺ μιὰν ἡ πγοιὰ πάντα χιονίζει.
Κακὰ γνωρίζει τὴν καρδιὰν κἀνένας,
ἅνταν τὸ πρόσωπόν τινος βιγλίζῃ·
ἐκεῖνον τὤχω ʼς τὴν καρδιὰν, οὐδένας
ʼς τὸν κόσμον ἐμπορεῖ νὰ τὸ γνωρίζῃ·
καίγει καρδιά μου ἄνταν θωρῇ κἀνέναν5
τὸ πῶς τὸ πρόσωπόν του χαχανίζει·
λοιπὸν γελῶ πολλαίς φοραὶς κλαμμῶντα,
τοὺς μὲ μισοῦσιν νὰ γελοῦν θωρῶντα.
Φοβοῦμαι καὶ θαρρῶ, γλυκειὰ κυρά μου,
ἁφταίνω καὶ χιονίζω ʼς τὸ καμίνιν,
ἕναν καιρὸν γελᾷ καὶ κλαῖ καρδιά μου,
θωρῶντα πγειὰ σὲ μετὰ καλοσύνην·
γλυκειὰ καὶ δροσινά ʼναι τὰ λαμπρά μου,5
ἅντα νὰ ʼδῶ τὴν ἐμμορφιά σου κείνην·