μὲ τὸν καιρὸν ἀπʼ ἀγκρίστη μερόνει,
καὶ μὲ καιρὸν ὅ,τι ἀρκεύτη τελειώνει.
Στάθου, κυρά μου, στὰ, νὰ σὲ βιγλίσω,
καὶ δὲν κάμνεις καλὰ νἆσαι κρυμμένη·
ταὶς ἐμμορφιαίς σου πῶς νὰ ταὶς φουμίσω,
ἂν ἴσως καὶ σοὺ στέκεσαι χωσμένη;
Ξεύρεις, κυρά μου, πρὶν νὰ σοῦ θυμήσω5
πως ἔνʼ μιὰ φρόνιμη βουλὴ γραμμένη
καὶ λέγει· «ἂν ἔνʼ καλὸν οὐδὲ ψηφᾶται
κεῖνον τὸ πρᾶμμαν ὁποῦ δὲν βιγλᾶται.»
Ἔβγαλε, πόθε, κεῖνον τὸ πιντέλλιν,
κʼ ἤτζου τυφλὰ τινὰν πγειὸν μὲν δοξεύγῃς·
μηδὲν γινίσκεσαι τυφλὸν κοπέλλιν,
καὶ, δίχα νὰ θωρῇς, πγειὸν μὲν παιδεύγῃς·
ἀμμʼ ἐγὼ ξεύρω γιάντα ʼσαι χαέλλιν,5
καὶ τὴν ποθῶ νὰ ʼδῇς οὐδὲν γυρεύγεις,
γιατί, ἂν τὴ ʼδῇς ποθαίνῃς ἀγαπῶντα,
γιʼ αὐτὸν δοξεύγεις κὴ ἀχτυπᾷς καμμῶντα.
Ὁ πόθος ὅσα ζοῦν ʼς τὸν κόσμον σόνει,
καὶ κάμνει τὴν ἀγάπην νὰ γνωρίζουν·
τʼ ἄγρια φαρμακερὰ χτηνὰ μερόνει,
καὶ κάμνει τα μʼ ἀγάπην νὰ γυρίζουν·
μόνον ʼς αὑτόν σου σέναν δὲν ξορτόνει5
νὰ δείξῃ τὸ λαμπρόν του, ἀμμὲ χιονίζουν,