ὡς ποῦ νὰ ζῶ ʼς αὑτόν του ʼμαι δομένος,
κὴ ἂν ἐμπορῶ ἄλλο τόσον ἀποθαμμένος.
Χόρτασε κὴ ἀκανεῖ νὰ μὲ πληγώσῃς
καὶ τόσα δὲν ἐπλήγωσες κἀνέναν,
πόθε, φτάρκησε πγειὸν νὰ μὲ λαβώσῃς,
καὶ τόπον δὲν ἔχω πληγῆς οὐδέναν·
ἂν ἕνʼ καὶ τέλος πάσχεις νὰ μοῦ δώσῃς,5
ἀδιάφορα κοπγιάζεις μετὰ μέναν,
διατὶ νὰ ξεύρῃς κὴ ὅλοι ποῦ ποθοῦσιν
δίχως καρδιὰν κʼ εἰς ἄλλον σῶμαν ζοῦσιν.
Τρέξετε, μάτια, τρέξετε, κὴ ἀμέτε
ʼς τὴν θάλασσαν, γοιὸν πᾶσιν τὰ ποτάμια·
καὶ σεῖς, ἀναστενάμματά μου, ʼδέτε
τὸν οὐρανὸν μὲ τοὺς ἀνέμους τάδια
ἀφʼ ὧν ἡ γλῶσσα δὲν σόνει πγειόν, ʼπέτε5
ἐσεῖς ταῖς ἐμμορφιαίς της καὶ τὰ χάδια,
κὴ ὅσα ʼς τὴν γῆν τὰ χείλη δὲν τορμοῦσιν
ὁ οὐρανὸς κʼ ἡ θάλασσʼ ἂς τʼ ἀκοῦσιν.
Ὁ πόθος εἰς δυὸ χείλη κουρελλένα
μαργαριτάργια καπόσα φυτεύγει,
δείχνει μὲ τέχνην κʼ ἔχει τα χωσμένα,
καθὰ ποῦ θέλει κάπγοιον νὰ δοξεύγῃ
ἁποῦ δυὸ μάτια στέκουν βλεπημένα,5
καὶ μʼ ἕναν τίτοιον μόδον τὰ κυβεύγει