πγειά ʼφκολον ἔνʼ ἡ θάλασσα νὰ πήξῃ
παρʼ ἀποὺ μέναν τὸ λαμπρὸν νὰ λείψη.
Ὅνταν ὁ ἥλιος λάμψῃ τὴν ἑσπέραν,
βοήθειαν θέλω ʼδεῖν τότʼ ἀξ αὐτό σου·
ὄνταν νὰ λάμψουν τʼ ἄστρα τὴν ἡμέραν,
μὲ θάρρος θέλω ʼδεῖν τὸ πρόσωπό σου·
ὄνταν νὰ ʼδῆς νʼ ἁφταίνῃ πᾶσʼ ἀέραν,5
τότες ʼς ἐμὲν γυρίζεις τὸν σκοπό σου,
κὴ ὡς ὁποῦ θάρρος ἀξ αὑτό σου ὀλπίζω,
τὸν ἄμμον σπέρνω καὶ νερὸν θερίζω.
Τίντα θαρρεῖς μὲ τόσην σκλεροσύνην
τὴν ἔχεις ʼς τὴν καρδιὰ νὰ κερδέσῃς;
γιαντ᾽ ἀφορμὴν τὴν ἐμμορφιὰν ἐκείνην
θέλεις μὲ τίτοιαν ἀκουὴν νὰ σβέσῃς;
Ντύθου, κυρά μου, ντύθου λεμοσύνην,5
καὶ χρειαστῶ πρὸς ἐμέναν νὰ βιγλίσῃς,
ποῦ γίνετον γιὰ λόγου σου, κυρά μου,
ἀππλίκεμμαν τῆς πλήξις ἡ καρδιά μου.
Ὅσον περίττου, πόθε, μὲ παθιάζεις,
ὁπόσον πεθυμῶ νὰ σʼ ἀκλουθήσω,
κὴ ἂν ἔνʼ καὶ πάντα θὲ νὰ μὲ πειράζῃς
γιὰ κεῖνον δὲν μεινίσκω νʼ ἀγαπήσω·
κὴ ἄλλο τόσον, ὦ τύχη, μὴν κοπγιάζῃς,5
γιατὶ τὸν πόθον δὲν θέλω νʼ ἀφήσω,