μόνον ʼς τὰ γλυκειὰ μάτια τῆς κυρᾶς μου
στέκεται τὸ βοτάνιν τῆς ὑγειᾶς μου.
Τʼ ὄμνοστον ʼδεῖ σου μʼ ἔβαλεν ʼς τὸ βάρος,
τὸ ʼδεῖ σου, γοιὸν θωρῶ, μὲ θανατόνει,
τὸ ʼδεῖ σου κράζει νὰ μὲ πάρῃ ὁ Χάρος,
καὶ πάλε γνώθω κεῖνον μὲ γλυτόνει.
Ὅταν τὸ ʼδεῖ σου νὰ μοῦ δώσῃ θάρρος5
νἄρτῃ ʼς αὑτόν μου πλῆξι πγειὸν δὲν σόνει,
λοιπὸν ʼς τὸ ʼδεῖ σου στέκεται, κυρά μου,
ζωὴ, τὸ τέλος, πλήξιν καὶ χαρά μου.
Μέσα ʼς τὰ δάση θὲ νὰ καταντήσω,
ἄπου τʼ ἀδόνιν κλαίγει πᾶσα μέραν,
ʼς τὸ κλᾶμμαν συντροφιὰν θὲ νὰ τοῦ ποίσω,
δίχως νὰ πάψω ʼδὲ πωρνόν, ʼδὲ ʼσπέραν·
κὴ ἂν θέλῃ νὰ σιγήσῃ, μὲν τʼ ἀφήσω5
ποτέ του μουλλωτὸν νὰ πάρῃ ἀέραν,
ἂν τύχως ἔτζι κληόντα νὰ γροικήσῃ
ἐκείνη ποῦ μπορεῖ νὰ μοῦ βουθήσῃ.
ʼΠοὺ μὲν τὸ κλᾶμμαν δὲν θέλει τελειώσῃ,
ὡς ποῦ ʼς τὴν δάφνην φύλλον πρασινίζει·
κὴ ὄνταν τὰ μάτια μου θέλουν στεγνώσειν
τότες τὸ χιόνιν ἄφτει καὶ ʼμπυρίζει·
πρὶν ἡ καρδιά μου ἀνάπαψιν νὰ ʼνώσῃ,5
λαμπρὸν θέλετε ʼδεῖν κρυὸν νὰ χιονίζῃ·