Διαστρατηλάτης ἔνʼ τὸ θέλημά μου
τοῦ νοῦ μου, κὴ ὅπου νὰ διαβῇ ʼκλουθᾷ του·10
ἄνεμον ἀγκαλίζω, καὶ μητά του
ʼς τὸ χιόνιν ζωγραφίζω τὴν ὑγειά μου.
Θὲ νὰ παιθάνω, καὶ ζητῶ νὰ ζήσω,
τὰ μάτια κλαῖσιν, καὶ γελᾷ καρδιά μου·
τόσα στραβὰ μὲ σύρνει ἡ πεθυμιά μου,15
καὶ θέλει τὸ δὲν θέλω νὰ θελήσω.
Ἔζουν μὲ δίχως ἔγνοιαν τῆς χαρᾶς μου,
δὲν εἶχα ζῆλαν κείνους ποῦ γελοῦσιν,
ὅτι, ἂν ἴσως καὶ χαίρουνται, ποθοῦσιν,
τίτοιαις χαραὶς δὲν μοιάζουν τῆς χαρᾶς μου.
Τώρα τά ʼμορφα μάτια τῆς κυρᾶς μου,5
ποῦ κάμνασιν τὰ πάθη νὰ μὲ ζοῦσιν,
ἐσκούλλισέν τα νέφος, δὲν θωροῦσιν
κὴ ὁ ἥγλιος πᾷ νὰ σβύσῃ τῆς ὑγειᾶς μου.
Ὦ φύσι, ποῦ ʼβρες τίτοια ἀφεντίαν,
κὴ ἀπὸ πόθεν τίτοιαις ὄρεξες σοῦ ʼμπαίνουν,10
καὶ καταλεῖς τὰ φτειάνεις δίχα αἰτίαν;
Ὅλαις ᾑ χάρες ʼποὺ μιὰν βρύσιν βγιαίνουν,
ἀμμὲ σοὺ, πλάστη, ἀποὔχεις ἐξουσίαν,
γιατὶ τὰ δίδεις ἄλλοι νὰ τὰ παίρνουν;
Ἐσεῖς ποῦ μὲ τὰ ὦτα σας ἐμὲν ἀκοῦτε,
ἀξέρπαστο τὴν γλῶττα μου πῶς κυματίζω