Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Bibliothèque grecque vulgaire Volume 2, Emile Legrand (1881).pdf/185

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
POESIES ÉROTIQUES CHYPRIOTES.
71
κε'.

Τʼ ἀδόνιν κεῖνον ποῦ γλυκειὰ θλιβᾶται,
τόσον λυπητικὰ, τόσον καμμένα,
νὰ ʼπῇς δὲν ἔχει ταίριν γοιὸν καὶ μέναν,
γιὰ ταύτου πρὸς ἐμὲν παραπονᾶται.
Τόσον γλυκειὰ τὴν λύπην μου μετρᾶται,5
καὶ πολεμᾷ νὰ στέκωμαι γνασμένα,
τὰ κλάμματά του, ποὖναι λυπημένα
ἀποὺ τὰ πγειὸν γνωρίζω πῶς φυρᾶται.
Μόνον κʼ εἶναι πουλὶν, πάντες λυπᾶται
τὰ πάθη μου καὶ κεῖνον, καὶ θρηνίζει,10
κὴ ἀφʼ ὧν μὲ τόσην πλῆξιν μʼ ἀγνωρίζει,
τʼ ἀγκώματά του ʼξ αὐτοῦ μου ξηγᾶται.
Μέραν ʼδὲ νύχτα δὲν μοῦ ξηκολλᾶται,
οὐδʼ ἄντα νὰ πετάσῃ ξωμακρίζει·
τὸ κλᾶμμαν ἂν μουλλώσω, μʼ ἀθυμίζει,15
κὴ οὕλη νύχτα μητά μου δὲν κοιμᾶται.
Πιστεύγω πόθος τὤπεψεν ʼς αὐτόν μου,
διὰ νὰ μηδὲν σιγήσῃ τὸ λαμπρόν μου.

κς'.

ʼΔέτε ποὖμʼ ἀχ τὸν πόθον πεσωμένος,
ὅτι κρατεῖ με ζωντανὸν σταγνιό μου·
ἀμμʼ ἕναι τόσα πειρασμένʼ ἡ ζώ μου,
κʼ ἦτον κάλλιον μου νἄμουν ποθαμμένος.
Φεύγω τοὺς μʼ ἀγαποῦν, καὶ τὴν ἐχθρή μου,5
τρέχω σὰν τὸ μωρὸν ʼς αὐτὴν δομένος·
κράζω τὴν λευτεργιὰν πεθυμημένος,
νἄμουν δημένος ὅλην τὴν ζωήν μου.