ποῦ μέλλει νὰ μισσέψω ἀπὸ ʼξ αὐτό σου,
ὅμως ἀφίνω δᾶ ʼς τὸν ὁρισμόν σου
ὅλον τὸν ἐμαυτόν μου, ἀγγέλισσά μου.
Μηδὲν μπορῇς, ἂν ἐμπορῶ, θεά μου,5
μισσεύγοντα νʼ ἀφήσω ἐμὲν ʼς αὐτόν σου·
μισσεύγω, ἀμμʼ ὅπου πάγω γοιὸν δικό σου
μένουσιν μετὰ σὲν τὰ πνεύματά μου.
Πάγω, κὴ ἂν ἔννωσες ποτὲ ʼς ἐσέναν
πάθος ἀγάπης, βλέπε τὴν καρδιά μου10
πᾶς καὶ τὸ σῶμαν πγειὸν δὲν σὲ βιγλίσῃ.
Ἂν ʼπῇ κἀνένας κὴ ἄλλην παρὰ σέναν
ἀγάπησα ποτέ, ʼπὲ ἀχ τὴν μεργιά μου·
«μὲ δίχως τὴν καρδιὰν πῶς νʼ ἀγαπήση;»
Ἤτζουν ἂν μπόρουν εἰς χαρτὶν νὰ γράψα,
τὰ πάθη μου γοιὸν ἔναι νὰ γροικοῦντα,
πόσοι γλυκοί μου ἀστέρες ἐλυποῦντα,
κʼ ἔθελεν πάψειν ἀποὺ μὲν ἡ κάψα·
Ἀμμὲ γιατὶ δὲν ἠμπορῶ πῶς ἄψα,5
νὰ ʼπῶ τινὲς ποτὲ δὲν μʼ ἀθυμοῦνται,
ὡς τώρα καὶ τὰ μέλη μου ʼσωκῃοῦνται,
καὶ τώρα γιὰ παρηγοργιὰ ἀξάψα.
Ὁ πόθος μὲ τὰ πάθη μου παινᾶται,
καὶ θέλει νὰ παθιάζω μουλλωμένος,10
μόνον ἐκεῖνος θὲ νὰ τὰ ξηγᾶται.
Κὴ ἂν ποτὲ νὰ τἄλαχεν ὁ καμμένος
ἐκείνης ποῦ γιὰ μὲν δὲν μὲ λυπᾶται,
δὲν εἶμαι ζωντανός, δᾶ ποθαμμένος.