Ἤτζου τοὺς κόρπους τοῦ θανάτου φεύγω,
κὴ ὄχι τόσον βουργὰ ποῦ πεθυμιά μου10
νὰ μὲν μὲ φτάνῃ γοιὸν ἕνʼ μαθημένη·
Μουλλόνοντα τὴν πλῆξι μου κυβεύγω,
γιὰ νὰ μὲν κλαῖν ὅσοι γροικοῦν μητά μου,
τόσον ἔνʼ ἡ φωνή μου λυπημένη.
Ὅνταν τά ʼμνοστα μάτια νὰ μὲ ʼδοῦσιν,
τὸ βλέμμαν νὰ στεργειώσουν εἰς αὐτόν μου,
τόσα τὸ φῶς τους βάλλω ʼς τὸ μυαλόν μου,
καὶ τὰ δικά μου πλειὸν οὐδὲν θωροῦσιν.
Ὅντα μὲ ʼδοῦν, τὰ μέλη μου χαλοῦσιν·5
ὅνταν μὲ ʼδοῦν, ἀξάφτει τὸ λαμπρόν μου,
ἀξ αὐτοῦ τους θωρῶ τὸν θάνατόν μου,
κʼ εἰς τὴν ζωὴν ἐκεῖνα μὲ κρατοῦσιν.
Ὅντα σὲ μὲν γυρίζουν καὶ θωροῦν με,
γνώθω κὴ ἄφτει καρδιά μου μαρτυρῶντα,10
καὶ κεῖνα γνώθουν κὴ ἀξαναβιγλοῦν με
Κὴ ὥσπου περίττου πάσκει πολεμῶντα,
τὰ πγοιὰ ʼμέραν καὶ νύχτα καταγλυοῦν με,
τόσον ἐκεῖνα στέκω πολεμῶντα.
Τὰ γλυκειὰ μάτια κεῖνα ποῦ μὲ ζιοῦσιν,
καὶ τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τὰ χρουσαφένα,
τά ʼμορφα χείλη ποὔχουν μετρημένα,
εἰς ὅσα λόγια ʼξ αὑτοῦ τους ἐβγοῦσιν.
Ταὶς ἔγναις πούποτε δὲν πεθυμοῦσιν,5
μόνον ὅσʼ ἔναι βγιενικά φτειασμένα,