Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Bibliothèque grecque vulgaire Volume 2, Emile Legrand (1881).pdf/174

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
60
BIBLIOTHÈQUE GRECQUE VULGAIRE.
γ'.

Ὅτις τοῦ πόθου δὲν εἶνʼ πειρασμένος,
τὰ δολερά του πάθη δὲν γνωρίζει·
ὅτις ʼπὸ κεῖνον δὲν εἶναι καμένος
κὴ ἀκόμη ʼς τὴν καρδιὰν νὰ τὸν φλογίζῃ·
ὅτις γιʼ ἀγάπην δὲν ἔνʼ πληγωμένος5
εἰς τὴν καρδιὰν, κὴ ἀκόμη μαρτυρίζει,
τοῦτα τὰ λίγα φύλλα μὴν τʼ ἀνοίσῃ,
γιατὶ ξεύρω δὲν θέλει τὰ γνωρίσῃ.

δ'.

Ἄμετε, πλῆξες, πάθη καὶ λαμπρά μου,
ʼς ἐκείνην ἀποῦ βάλθην νὰ μὲ κλύσῃ
μὲ λύπην· ʼπέτε πῶς ἄφτει καρδιά μου
ὅπως νὰ λυπηθῇ νὰ συχωρήσῃ·
μʼ ἂν ἴσως καὶ δὲν θέλῃ τὰ λαμπρά μου5
μὲ τὸ γλυκύν της θάρρος νὰ τὰ σβύσῃ,
δώστε της τὴν καρδιά μου, κὴ ἀποβγᾶτε,
διατὶ ἀχ τὸ τέλος ἡ ζωὴ τιμᾶται.

ε'.

Ὄντα σὲ κείνην τὴν μεργιάν γυρίσω
ἄπου τὸ ʼδεῖ σου τὸ γλυκὺν γλαμπρίζει,
τόσον τὸ φῶς σου μέσʼ τὸν νοῦν μου ʼγγίζει,
ποῦ μʼ ἄφτει, καὶ δὲν σόνω πγειὸν νὰ ζήσω.
Φοβῶντα ʼχ τὸ λαμπρὸν μὴν ξηψυχήσω,5
γιατὶ καρδιά μου νὰ μʼ ἀφήσῃ ἀρχίζει,
πιστεύγω κὴ ὡς τυφλὸν ποῦ δὲν γαγίζει,
δίχα του δὲν ἐβλέπω νὰ πατήσω.