Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/319

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
307


“Τὸ ἕνα χέρι σου κρατεῖ
κάτ’ ἀπ’ τὸ ῥάσσο κἄτι τί.”
Λέγ’ ὕστερα μὲ χάρη.
“Διορισμός, σὲ βεβαιῶ,
θὰ ἦν’ αὐτό!—Μήπως Θεὸ
σ’ ἐκάμαν οἱ Βουλγάροι;”

Ὁ Ἅγιος τότε, γιὰ νὰ ἰδῇ,
τοῦ ξεσκεπάζ’ ἕνα παιδὶ
μισοπνιγμέν’ ἀκόμα.
“Συμπάθειο, λέγει, ἂν αὐτὸ
παρουσιάζω τὸ θνητὸ
στ’ ἀθάνατό σου δῶμα.

“Εἶναι ἡ ἔβδομη ζωή,
ποῦ ἔχω σώσ’ ἀπ’ τὸ πρωΐ
ἀπ’ τὴν μεγάλη μπόρα.
Μιὰ τρίχ’ ἀκόμα νὰ πνιγῇ:
Γιατὶ μοῦ ἦλθ’ ἡ προσταγὴ
εἰς ἀκατάλληλ’ ὥρα!

“Πρὶν ἀναπνεύσῃ μιὰ σταλιά,
μὲ τρελαρπάζ’ ἀπ’ τὰ μαλιὰ
ὁ ἄγγελος, στοχάσου!
Γιὰ νὰ μὴν πέσ’ ἀπ’ τ’ ἁψηλά,
καὶ τοῦ σκορπήσουν τὰ μυαλά—
Τὸν ἔφερα ’μπροστά σου.”