Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/317

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
305


Κ’ ἐστράφη κ’ ἔγνεψε γλυκὰ
ἑνὸς ἀγγέλου, ποῦ ’γροικᾷ
τὸ πρᾶγμ’ αὐτοῦ ποῦ στέκει.
Κι’ αὐτὸς ἐπέταξε στὴν γῆ
μὲ τοῦ Θεοῦ τὴν προσταγή,
ὡσὰν ἀστροπελέκι.

Πρὶν ἢ τελειώσῃ μιὰ στιγμή,
τ’ Ἁγί-Νικόλα τὸ κορμὶ
πῶς ἔφερνεν ἐφάνη.
Καὶ στῆς στιγμῆς τὸ τέλος πιά,
σαχλιό, βρεμμένο σὰν σουπιά,
’μπρὸς στὸν Θεὸ τὸν βάνει.

“Συγνώμ’, Ἀφέντη μου, ζητῶ,
διότι, λέγει, περιττὸ
καιρὸν ἔχω ἀργήσει.
Μὲ τὰ γοργά μου τὰ φτερὰ
ἐπῆγα Νότο καὶ Βορρᾶ,
κι’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

“Σ’ ὅλους ἐπῆγα τοὺς λαούς,
σ’ ὅλους ἐμβῆκα τοὺς ναούς—
Δὲν ηὗρα τὸν ἁτόν του.
Τέλος, κοντὰ ν’ ἀπελπισθῶ,
τὸν ξετρυπόνω στὸν βυθὸ
τοῦ Εὔξεινου τοῦ Πόντου!”