Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/270

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
258


Ἀφέντης μὲ τὸ πόδι του τὴν γῆ χτυπᾷ−
“Καλὰ τὸ ὑπωπτεύθηκ’ ἡ καρδιά μου!
Γιὰ σένα μόνον ἔχει ’μάτια χαρωπά,
μᾆναι δειλὸς ἢ δύστροπος ’μπροστά μου−
Ὁ Λάμπος! ’Τόλμησε καὶ σοὖπε κἄτι τί;
Ὁ Διάβολός του τοῦ τὸ ’σφύριξε στ’ αὐτί!
Στὰ σίδερα νὰ κρατηθῇ προστάζω!
Ταχιὰ κ’ ἐμπρός σου, σὰν σκυλί, τὸν σφάζω!”

Σὰν εἶδε πῶς τὸν φταίστην ἔχ’ ὑποπτευθῇ,
μιὰ μαχαιριὰ τῆς ἦλθε στὸ πλεμμόνι!
Καὶ τἄχασε! Καὶ δὲν ’μπορεῖ ν’ ἀποκριθῇ−
Μά, ἦταν βλέπεις μιὰ στιγμούλα μόνη!
Κατόπι ’πῆρε θάρρος· ’πῆρ’ ἀδιαντροπιά−
“Ὁ Λάμπος, καὶ ὁ Λάμπος κάθε ὥρα πιά!
(μὲ ὠργισμένην ὄψη τοῦ φωνάζει.)
Δὲν ’ξεύρ’ ὁ Χριστιανὸς τί σὲ πειράζει!

“Ἀλήθεια πῶς δὲν εἶν’ ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς,
κ’ ἔχει χονδρούς, ἀπελεκήτους τρόπους.
Μὰ ἔχ’ ὁ Λάμπος μιὰ καρδιά, ὡσὰν κανεὶς
ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀρχοντικοὺς ἀνθρώπους.
Ὁ ἄλλος, σ’ εἶπα. Ὁ καλός σου Σοφιανός!
Σὰν τὸ βαθὺ ποτάμι τρέχει σιγανός·
κ’ εἶν’ ἀρετὴ ἀπ’ ἔξ’ ὅλως διόλου,
μὰ ἔχ’ ἐντός του μιὰ ψυχὴ Διαβόλου!”