Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
13
Γι’ αὐτὸ τοῦ θλίβετ’ ἡ καρδιὰ
τὴν δίψα τους σὰν βλέπει:
εἶναι δικά του τὰ παιδιά,
νὰ τὰ ποτίσῃ πρέπει!
Ἀπὸ τὸν θρόνο του γυρνᾷ
καὶ κράζει μιὰ νεφέλη
καὶ τήνε στέλλει στὰ βουνά,
στἀ δάση τήνε στέλλει.
—Πᾶνε στ’ ἀπότιστα δενδρά,
στὰ δάση ποῦ διψοῦνε,
καὶ πότισέ μόυ τα φαιδρὰ
καὶ δῶσε τα νὰ πιοῦνε.—
Βγαίν’ ἡ νεφέλη καὶ περνᾷ
ἐπαν’ ἀπὸ τὴν Πλάση·
καὶ βρέχει μέσα στὰ βουνά,
καὶ βρέχει μέσ’ στὰ δάση.
Καὶ νοιώθ’ ἡ Γῆ χαρὰ κρυφή:
ὁ Γέρος τὴν ’θυμήθη!
καὶ ’βγάλλ’ ὅλ’ ἄνθη στὴν μορφή,
κι’ ὅλο καρποὺς στὰ στήθη.
Κι’ ἀπ’ τὴν χαρὰ τὴν τρυφερή,
κι’ ἀπὸ τὴν εὐθυμία,