Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/231

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
219




ΙΙΙ.

Τῆς διανοίας σου, ποιῶν, μὴ περικείρεις τὸ πτερόν,
κ’ ἐντὸς στενῶν μὴ σώρευε τὰς σκέψεις σου ὁρίων,
ὡς ἀπρονόητος ἀνὴρ συμπύκνους περικλείων
ἀλληλομάχους πετεινοὺς ἐντὸς κλωβίων πνιγηρῶν.

Άλλ’ ὅμως καὶ μὴ ὤργονε δεκαπεντάπλεθρον ἀγρόν,
ἂν δὲν ἦν’ ἔμπλεον σπορᾶς τοῦ νοῦ σου τὸ ταμεῖον.
Μηδὲ ἀραίονε πολύ, ὡς κάπηλος, μιγνύων
εἰς τὴν θερμήν σου ποίησιν ψυχρόν, νηφάλιον νερόν.

Διότ’ ἱέραξ κολοβὸς δὲν φθάν’ εἰς θεῖα ὕψη·
κ’ ἰδέαι ἀεικίνητοι, ὁ χῶρος ἂν ταῖς λείψῃ,
τὴν χάριν των συμβλάπτουσιν, ἂν ὄχι τοὺς κροτάφους.

Διότι, σπείρων ἐνδεῶς, θερίζεις μετ’ ἐνδείας:
Λέξεις κεναί, εἶναι γνωστόν, δὲν θέλγουν τὰς καρδίας·
καὶ στίχους δίχως ποίησιν τοὺς προτιμοῦν—ἀγράφους.