Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/104

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
92




ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΙΣ.


Σὰν ἀφροί, π’ ὁ γιαλὸς φουσκωμένος κυλᾷ,
ποῦ στ’ ἀνέμου τὸ φύσημα σπᾶνε·
σὰν σκορπιοῦνται καὶ φεύγουν τὰ νέφη ’ψηλά,
μὰ στεριά, τὰ οὐράνια φυλᾶνε·

Ἔτσ’ οἱ πόθοι κ’ ἐλπίδες γεννιένται καὶ σβύνουν
μέσ’ στὰ στήθη ποῦ δέρν’ ὁ χειμός.
Κ’ ἕνα ἕνα τὰ ὄνειρα πᾶν καὶ μ’ ἀφήνουν,
κι’ ἀπομέν’ ὁ μεγάλος καϋμός!

Σὰν τ’ ἀηδόνι, ποῦ κλαίει τὴν νύχτα μονάχο,
καὶ καμμιὰ δὲν τὸ νοιώθει καρδιά·
σὰν λουλοῦδι, ποῦ ’βλάστησε σ’ ἔρημο βράχο,
καὶ δὲν ’πῆρε κανεὶς μυρωδιά.

Ἔτσ’ ἀνθοῦν καὶ χλωμιάζουν στὴν ξένη τὴν γῆ
τὰ φτωχὰ τῆς καρδιᾶς μου λουλούδια·
καὶ μονάχ’ ἀντηχοῦνε στὴν μαύρη σιγή,
τὰ πικρά, τὰ πικρά μου τραγούδια!