Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Aeschylus (Smyth 1927) v1.djvu/76

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
AESCHYLUS
Βασιλευς
τοιγάρ νιν ἐκ γῆς ἥλασεν μακρῷ δρόμῳ.

Χορος
310 καὶ ταῦτ᾽ ἔλεξας πάντα συγκόλλως ἐμοί.

Βασιλευς
καὶ μὴν Κάνωβον κἀπὶ Μέμφιν ἵκετο.

Χορος
καὶ Ζεύς γ᾽ ἐφάπτωρ χειρὶ φιτύει γόνον.

Βασιλευς
τίς οὖν ὁ Δῖος πόρτις εὔχεται βοός;

Χορος
315 Ἔπαφος ἀληθῶς ῥυσίων ἐπώνυμος.

Βασιλευς
* * * * * *

Χορος
Λιβύη, μέγιστον γῆς <πέδον> καρπουμένη.

Βασιλευς
* * * * * *

Χορος
* * * * * *

Βασιλευς
τίν᾽ οὖν ἔτ᾽ ἄλλον τῆσδε βλαστημὸν λέγεις;

32