Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Aeschylus (Smyth 1927) v1.djvu/246

Από Βικιθήκη
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
AESCHYLUS
Χορος
μέλειν πάρεστι, δέσποτα.

Ξερξης
1050 ἐπορθίαζέ νυν γόοις.

Χορος
ὀτοτοτοτοῖ.
μέλαινα δ᾽ ἀμμεμείξεται,
οἴ, στονόεσσα πλαγά.

Ξερξης
[στρ. η.καὶ στέρν᾽ ἄρασσε κἀπιβόα τὸ Μύσιον.

Χορος
1055 ἄνι᾽ ἄνια.

Ξερξης
καί μοι γενείου πέρθε λευκήρη τρίχα.

Χορος
ἄπριγδ᾽ ἄπριγδα μάλα γοεδνά.

Ξερξης
ἀύτει δ᾽ ὀξύ.

Χορος
καὶ τάδ᾽ ἔρξω.

Ξερξης
[ἀντ. η.1060 πέπλον δ᾽ ἔρεικε κολπίαν ἀκμῇ χερῶν.

202