Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Abba Dorotheos.pdf/60

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
-60

- ἄφηνα ποτὲ τοῦ λόγου μου νὰ πιστεύσῃ τοὺς κακοὺς λογισμούς χωρὶς ἐρωτήσεως. Καὶ πιστεύσατέ μοι, ἀδελφοί, ὅτι ἤμουν εἰς μεγάλην ἀνάπαυσιν, καὶ εἰς πολλὴν ἀμεριμνίαν· εἰς τόσον ὅτι καὶ ἐλυπούμουν εἰς τοῦτο, καθὼς σᾶς τὸ εἶπα καὶ ἄλλην βολάν, διότι ἤκουα τῆς Γραφῆς ὁποῦ λέγει, ὅτι μὲ πολλαῖς θλίψες κάμνει χρεία νὰ ἐλθοῦμεν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Καὶ ἐγὼ ἔβλεπα τοῦ λόγου μου, ὁποῦ δὲν εἶχα καμίαν θλίψιν· καὶ ἐφο- βούμουν, καὶ ἤμουν εἰς μεγάλην ἀπορίαν, μὴ ἠξεύρωντας τὴν αἰτίαν τῆς τοιαύτης ἀναπαύσεως, ἕως ὁποῦ εἶπέ μοι ὁ Γέρων, μὴ λυπᾶσαι, ὅτι κάθ᾽ ἕνας ὁποῦ νὰ δώσῃ τοῦ λόγου του εἰς ὑπακο ὴν πατέρων, τοιαύτην ἀνάπαυσιν καὶ ἀμεριμνίαν ἔχει. Σπουδάζετε λοιπὸν καὶ ἐσεῖς, ἀδελφοὶ, νὰ ἐρωτᾶτε, καὶ μὴ θαῤῥεῖτε εἰς τὴν γνῶσίν σας. Καταλάβετε τί λογῆς ἀμεριμνίαν ἔχει τὸ πρᾶγμα, ποίαν χαρὰν, ποίαν ἀνάπαυσιν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶπα, ὅτι δὲν ἐθλίβηκα ποτέ, ἀκούσατε καὶ περὶ τούτο τὶ μοῦ ἐσυνέβη κάποτε. Ακόμι, ὅταν ἤμουν εἰς τὸ Κοινόβιον, μίαν φορὰν μοῦ ἦλθε τόση λύπη καὶ στενοχωρία μεγάλη, ὅτι ἀπόρησα· καὶ ἤμουν εἰς τόσον κόπον καὶ στενοχωρίαν, ὅτι ἐκόντευσεν ὥρα νὰ ὑπάγω νὰ παραδώσω τὴν ψυχήν μου· ἡ δὲ λύπη ἐκείνη ἦτον ἀπὸ ἐπιβουλὴν τῶν δαιμόνων. Καὶ ὁ τοιοῦτος πειρασμός, ὁποῦ ἔρχεται ἀπὸ φθόνον τῶν δαιμόνων, εἶναι κατὰ πολλὰ βαρὺς μὲν εἰς τὸν ἄνθρωπον, πλὴν εἰς ὀλίγον καιρὸν ἀφανίζεται. Ὁ ὁποῖος εἶναι σκοτεινός, βαρύς, ἀπαρηγόρητος, καὶ δὲν ἔχει ἀπὸ κανένα μέρος οὐδὲ μίαν ἀνάπαυσιν, ἀλλὰ πανταχόθεν στενοχωρίας, ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη πνιγμούς. Ὅμως γλήγορα ἔρχεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ψυχὴν, διότι, ἂν δὲν ἤρχετον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸ γρηγορώτερον, δὲν ἤθελε δυνηθῇ τινὰς νὰ βαστάζῃ. Καὶ ὡς ἤμουν λοιπόν, καθὼς εἶπα, εἰς τοιοῦτον πειρασμὸν καὶ εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἐκεῖ ὁποῦ ἐστέκομουν εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ μοναστηρίου, καὶ ἐστενοχωρούμουν, καὶ ἐπαρακάλουν τόν Θεόν, περὶ τούτου, στοχάζομαι έξαφνα μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ βλέπω κάποιον ἄνθρωπον εἰς σχῆμα ἐπι σκόπου, ὁ ὁποῖος ἐφόρει ὠμόφορον, καὶ ἐσέβη εἰς τὸ Ἅγιον Βῆμα.