ΛΟΓΟΣ Δ΄. ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ. Εὐλόγησον Πάτερ. Ὅταν ἔκαμεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ἔσπειρεν εἰς αὐτὸν κάτ ποιον Θεϊκὸν, ὡσὰν τινὰ λογισμὸν θερμότερον, καὶ φωτεινὸν λό- γον σπινθῆρος ἔχοντα, νὰ φωτίζῃ τὸν νοῦν, καὶ νὰ τοῦ δείχνῃ τὸ καλὸν ἀπὸ τὸ κακόν. Τοῦτο δὲ λέγεται συνείδησις, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος. Ἔτζη ἔσκαπτεν ὁ Ἰσαὰκ τὰ πηγάδια καὶ οἱ Φιλισταῖοι τὰ ἐπαράχωναν, καθὼς εἶπαν οἱ Πατέρες. Τοῦτον τὸν νόμον, τουτέστι τὴν συνείδησιν, ἔστοντας νὰ πείθουνται οἱ πατρι- άρχαι, καὶ πάντες οἱ ἅγιοι, πρὶν νὰ δοθῇ ὁ γραπτός νόμος, εὐη- ρέστησαν τὸν Θεόν. Ὅταν δὲ ἐπαραχώθη αὐτῇ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώ πους διὰ τὴν ἁμαρτίαν τῆς παραβάσεως, τότε ἐχρειασθήκαμεν τὸν γραπτὸν νόμον, ἐχρειασθήκαμεν τοὺς ἁγίους προφήτας, ἐχρειασθή καμεν καὶ αὐτὸν τὸν ἐρχομὸν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, διὰ νὰ τὴν ξεσκεπάσῃ καὶ νὰ τὴν ἀναστήσῃ, διὰ νὰ ζωοποιήσῃ ἐκεῖνον τὸν παραχωμένον σπινθῆρα μὲ τὴν φύλαξιν τῶν ἐντολῶν. Εἰς τοῦ λόγου μας εἶναι λοιπὸν τώρα, ἢ νὰ τὸν παραχώ σωμεν πάλιν, ἢ νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ λάμπῃ καὶ νὰ μᾶς φωτί ζῇ, ἐὰν τοῦ ἀκούωμεν· διότι, ὅταν μᾶς λέγῃ ἡ συνείδησις ἡμῶν, τοῦτο κάμε, καὶ καταφρονοῦμεν· καὶ πάλιν μᾶς λέγει, καὶ δὲν τὸ κάμνομεν, ἀλλὰ μένομεν καταπατοῦντες αὐτὴν, τότε λοιπὸν τὴν παραχώνομεν, καὶ πλέον δὲν δύνεται νὰ μᾶς λαλῇ ἀπὸ τοῦ βά ρους ὁποῦ εἶναι ἀπάνω της, ἀλλὰ, ὡσὰν λύχνος θαμπός, ἔτζι ἀρ- χίζει νὰ μᾶς δείχνῃ τὰ πράγματα σκοτεινότερον. Καὶ ἔτζη πηγέ νοντες ἐμπρὸς γινόμεσθαν ὡσὰν τὸ νερὸν τὸ θωλομένον ἀπὸ πολλὰ χώματα ὁποῦ δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ἰδῇ τὸ πρόσωπόν του· ἔτζη |
Σελίδα:Abba Dorotheos.pdf/38
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.