Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Abba Dorotheos.pdf/15

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.

ὡσὰν ἐσένα κράζουν, διὰ τοῦτο τοῦ εἶπα νὰ πάρῃς βοὐκ ἄκρατον, ἐπειδὴ καὶ ἐσὺ ὡσὰν Τάταρος λαλεῖς· καὶ ἐκεῖνος, ὡς ἤκουσεν, ἔβαλε μετάνοιαν, καὶ τὸ ἐπῆγεν ὀπίσω.

  • Αλλοτε δὲ πάλιν ἦλθε καὶ τὸν ἠρώτησε λόγον ἀπὸ τὴν

θείαν Γραφὴν, διότι ἀπὸ τὴν καθαρότητα ἄρχισε νὰ καταλαμβάνῃ τινὰ ἀπὸ τὴν θείαν Γραφήν· ὁ δὲ μακάριος δὲν ἤθελεν ἀκέμι νὰ τὸν φέρῃ εἰς ταῦτα, ἀλλὰ κάλλιον νὰ φυλάσσεται μὲ τὴν ταπεί νωσιν. Ὅταν λοιπὸν τὸν ἠρώτησε, λέγει του, δὲν ἠξεύρω· καὶ ἐκεῖνος, ἔστωντας νὰ μὴ γροικήσῃ, πάλιν ἔρχεται καὶ ἐρωτᾷ αὐ τὸν ἄλλο κεφάλαιον. Τότε λέγει του, δὲν ἠξεύρω· μόνον σύρε νὰ ἐρωτήσῃς τὸν Ἡγούμενον· καὶ ἐκεῖνος μὴ βάνωντας εἰς τὸν νοῦν του τίποτες ἐπῆγεν. Ὁ δὲ Ἀββᾶς Δωρόθεος εἶχε τὸ εἰπῇ προτή- τερα ξεχωριστὰ τοῦ Ἡγουμένου, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ ὁ Δοσίθεος νὰ σὲ ἐρωτήσῃ κανένα λόγον ἀπὸ τὴν Γραφήν, νὰ τὸν παραπάρης καμπόσον. Καὶ ὡς ἐπῆγε λοιπὸν καὶ τὸν ἠρώτησεν ἄρχισε νὰ στὸν ὑβρίζῃ καὶ νὰ τὸν μαλώνῃ, λέγωντας πρὸς αὐτὸν· δὲν κάθε · σαι νὰ ἡσυχάζῃς καὶ νὰ μουλώνης, ἐπειδὴ δὲν ἠξεύρεις τίποτες, ἀμὴ ἀπὸ τολμᾶς νὰ ἐρωτᾷς καὶ ἐσὺ τοιαῦτα; Αὐτὰ καὶ ἄλλα · τοιαῦτα εἶπε πρὸς αὐτὸν, καὶ τοῦ ἔδωκε καὶ δύο μπάτζους, ἔπειτα τὸν ἄφησεν. Ἐκεῖνος δὲ ἐγύρισε καὶ ἦλθε πρὸς τὸν Ἀββᾶν Δω- ρόθεον, καὶ τοῦ ἔδειχνε τὰ μάγουλά του κόκκινα ἀπὸ τοὺς μπά τζους, καὶ ἔλεγεν, ἰδοὺ ὁποῦ ἔλαβα ἐκεῖνο ὁποῦ ἐγύρευα. Καὶ δὲν τοῦ εἶπε, διατί δὲν μὲ ἐδιόρθωνες ἐσύ, ἀμὴ μὲ ἔστειλες εἰς τὸν Ἡγούμενον; δὲν εἶπε τίποτες τοιοῦτον, ἀμὴ τὰ ἐδέχετον ὅλα ὅσω ἤθελε τοῦ εἰπῇ μετὰ πίστεως, καὶ τὰ ἔκαμνε˙ χωρὶς διάκρισιν. Ὅταν δὲ τὸν ἡρώτα λογισμὲν, μὲ τόσην πληροφορίαν ἐδέχετο ἐκεῖνα ὁποῦ ἤθελε τοῦ εἰπῇ, καὶ τὰ ἔκαμνεν, ὅτι πλέον δὲν ἐδευτέ ρωνε νὰ ἐρωτήσῃ διὰ τὸν λογισμὸν αὐτόν. Ταύτην λοιπὸν τὴν θαυμαστὴν ἐργασίαν αὐτοῦ μὴ ἠξεύρον τες οἱ γέροντες, καθὼς εἶπον, ἐγόγγυζάν τινες. Ὅταν δὲ ἠθέλησεν ὁ Θεὸς νὰ φανερώσῃ τὴν δόξαν, ὁποῦ ἐτοιμάθη δι' αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἁγίαν ἐκείνην ὑπακοὴν, καὶ τὸ χάρισμα ὁποῦ εἶχεν ὁ Ἀββᾶς Δω ρόθεος, ἂν καλὰ καὶ ἀκόμι ὁποῦ ἦτον μαθητής, διὰ νὰ σώνη ψυχάς, •