Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Abba Dorotheos.pdf/13

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.

κανένα του θέλημα εἰς κανένα πράγμα, καὶ ὕστερον ἠσθένησε καὶ ἔπτυεν αἷμα, καὶ ἔτζη ἀπέθανεν. Ἤκουσε δὲ ἀπὸ κάποιον, ὅτι τὰ αὐτὰ τὰ ψητὰ τὰ ῥουρητά ὠφελοῦν ἐκείνους ὁποῦ πτύουν αἷμα, ἐτοῦτο δὲ τὸ ἤξευρε καὶ ὁ μακάριος Δωρόθεος, καὶ ἠγάπα καὶ τὴν ἰατρείαν του, ἀλλὰ ἀπὸ ταῖς φροντίδες δὲν τὸ ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν του. Λέγει του λοιπόν ἐκεῖνος, κύριε, θέλω νὰ σοῦ εἰπῶ διὰ κάποιον πρᾶγμα ὁποῦ ἤ κουσα ὅτι μὲ ὠφελᾷ, ἀμὴ δὲν θέλω νὰ μοῦ δώσῃς ἀπ' αὐτὸ, ὅτι δὲν εἰρηνεύει ὁ λογισμός μου. Καὶ λέγει του, εἶπέ μου τί εἶναι τὸ πρᾶγμα; Καὶ λέγει· δός μοι λόγον πῶς δὲν μοῦ δίδεις, ἐπειδὴ, καθὼς εἶπα, μὲ ἐνοχλεῖ ὁ λογισμός. Λέγει του, καλῶς, καθὼς θέλεις κάμνω. Τότε λέγει, κάποιος μοῦ εἶπεν, ὅτι τὰ αὐτὰ τὰ ψητὰ τὰ ῥουρητὰ ὠφελοῦν εἰς ἐκείνους ὁποῦ πτύουν αἷμα· ἀμὴ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἐλογίασες ἀπατός σου νὰ μοῦ δώσῃς, μὴ μου δώ- της διὰ τὸν λογισμόν μου. Λέγει του, καλῶς, ἐπειδὴ δὲν θέλεις ἐσύ, δὲν σοῦ δίδω, μόνον μὴν λυπᾶσαι. Ἐσπούδαζε δὲ νὰ τοῦ δώσῃ ἄλλα πράγματα ὁποῦ τὸν ὠφελοῦσαν ἀντὶς διὰ τὰ αὐγὰ, ἐπειδὴ εἶχεν εἰπῇ, ὅτι τὸν ἐνοχλεῖ ὁ λογισμὸς διὰ τὰ αὐγά. Ἰδοὺ καὶ εἰς τοιαύτην ἀῤῥωστίαν ἐσπούδαζε νὰ μὴν γένῃ τὸ θέλημά του. Εἶχε δὲ καὶ ἐνθύμησιν Θεοῦ, διότι εἶχε τοῦ παραδώσει νὰ λέγῃ πάντοτε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον», καὶ ἀναμεταξύ, «Υιὲ τοῦ Θεοῦ βοήθησόν μοι»· εἶχε λοιπὸν τὴν εὐχὴν αὐτὴν πάνω τετε. Ὅταν δὲ ἀσθένησε, λέγει τους Δοσίθεε, φύλαγε τὴν εὐχὴν, καὶ προσέχου νὰ μὴν τὴν χάσης. Καὶ αὐτὸς ἀπεκρίθη, καλῶς, Πάτερ, μόνον εὔχου ὑπὲρ ἐμοῦ. Καὶ πάλιν, ὡσὰν ἐβάρυνε μια κρόν, λέγει του· τί εἶναι, Δοσίθεε; πῶς, ἡ εὐχὴ στέκει ἀκόμι; Καὶ λέγει, καὶ κύριε, μὲ τὴν εὐχήν σου. Καὶ πάλιν ὅταν ἐξάρυνε περισσότερον, διότι εἰς τοιαύτην ἀσθένειαν ἦλθεν, ὅτι εἰς τὸ σεντόνι τὸν ἐσύκωναν, λέγει του, πῶς ἡ εὐχὴ Δοσίθεε; τότε τοῦ εἶπε, δὲν δύναμαι πλεον νὰ τὴν κρατήσω. Λέγει του· τὸ λοιπὸν ἄρες τὴν εὐχὴν, μόνον ἐνθυμοῦ τὸν Θεὸν, καὶ λογίαζε αὐτὸν τῶς εἶναι πάντοτε ἐμπρός σου. Ἐκοπίαζε δὲ πολλὰ, καὶ ἐμήνυσε τοῦ - μεγάλου Γέροντος, ἀπόλυσόν με, ὅτι πλέον δὲν δύνομαι. Καὶ ὁ 2