Σελίδα:13 Σονέττα (Ραμάς 1916).djvu/7

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


1

Οἱ κόσμοι οἱ μέσα κι οἱ ἔξω μου σωπᾶνε ἀλαφιασμένοι!
Σὰν τὸ θολὸ χεινόπωρο καὶ τῆς καρδιᾶς μου ὁ πόνος·
Καὶ βαρειὰ σέρνεται ὁ ἀργὸς κι ὁ μαραζιάρης χρόνος,
Ποὺ τ’ ἀραχνόπεπλα πυκνὰ τοῦ πόθου μας ὑφαίνει.
Μὰ λαγαρή, κι ἀπ’ τὰ μικρὰ κι ἀπὸ τὰ πάθη ξένη,
Πρόβαλε ἡ λύπη γέρνοντας, ὡς γέρνει ἐτιᾶς ὁ κλῶνος,
Καὶ πιὰ δὲν εἶμαι ὁ ἄφιλος καὶ στὴν ἐρμιά μου μόνος,
Μοῦ παραστέκει ἡ ἀδάκρυτη, μιὰν ὀμορφιὰ ταμένη.
Καὶ μέσ’ ἀπ’ τὶς κακοκαιριὲς καὶ πέρ’ ἀπὸ τὰ ξένα,
Πὼς θἄρθουν τὰ μαγιάπριλα ἡ λύπη ἂν δὲν ξανοίγει,
Τὴν ὁλογάληνη ματιὰ γέρνει στὰ περασμένα.
Κ’ ἐκεῖθε ἡ ἀγάπη ἁπλώνεται καὶ μὲ τὴ λύπη σμίγει
Κ’ αἶώνιες ἀδερφὲς οἱ διό, λές, ξαναγίνουνται ἕνα!
Καὶ μένα σφίγγει ἡ ἀπαντοχὴ σφιχτά, καὶ δὲ μὲ πνίγει.

5