Σελίδα:Χρυσαλλίς Αρ. 67.pdf/32

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
608
ΧΡΥΣΑΛΛΙΣ.


Ἦτον ἤδη ἀργὰ, ἡ νὺξ προέβαινε ταχέως, καὶ θλιβερὰ σιωπὴ πέριξ ἐπεκράτει. Εἰσελθὼν εἰς τὸν οἶκον οὐδένα εὗρον, μόνος ὁ λύχνος ἔκαιεν ἐν τῇ μικρᾷ αἰθούσῃ, καὶ οἱ κύνες ἐκοιμῶντο ἡσύχως ἐπὶ τῶν καθεδρῶν· Ὑπέθεσα λοιπὸν, ὅτι ὁ θεῖός μου εἰργάζετο εἰς τὸ σπουδαστήριόν του βεβυθισμένος εἰς τὴν μελέτην καὶ ὅτι ἡ μικρὰ ὑπηρέτρια ἐνησχολεῖτο εἰς τὸ μαγειρεῖον. Ἡ περίστασις μ’ ἐφάνη εὐνοϊκωτάτη· ἀνέβην τὴν κλίμακα τὴν καρδίαν πάλλουσαν, τὴν κεφαλὴν πυρέσσουσαν ὡς ἅρπαξ ἕτοιμος ν’ ἁρπάσῃ, τὴν λείαν του. Φθάσας εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα εὑρέθην κατὰ πρόσωπον τοῦ Γερουσὰκ, ὅστις ἐξήρχετο ἐκ τοῦ δωματίου, τοῦ συγκοινωνοῦντος μὲ τὴν ἀναβάθραν, ἔχων τὰς διόπτρας ἀνασυρμένας καὶ τὸν λύχνον κρατῶν τοῦ σπουδαστηρίου του.

—Ἡ δυστυχὴς Μαρία εἶναι κάκιστα, μ’ εἶπε, περίλυπος καὶ καταβεβλημμένος· ὀλίγαι στιγμαὶ τῇ μένουν. Ὁ ἱερεὺς ἤδη τῇ μετέδωκε τὰ ἄχραντα μυστήρια.

—Ὢ! δυστυχία! ἀνεφώνησα μὲ εἰλικρινῆ ἀπελπισίαν.

Τὸ δωμάτιον τῆς Μαρίας ἦτο πλησίον τοῦ ἀνωγείω· ἐπειδὴ δὲ αἱ δύο θύραι ὑπῆρχον πλησίον ἡ μία τῆς ἄλλης δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσω τὸ σχέδιόν μου χωρὶς νὰ μὲ ἴδωσιν οἱ περικυκλοῦντες τὴν θνήσκουσαν. Ὁ ἀγαθὸς θεῖός μου βλέπων με τοσοῦτον τεταραγμένον ἔλαβε τὸν βραχίονά μου καὶ μ’ ἔσυρε μετ’ αὐτοῦ κάτω εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅπου εὕρομεν τὴν μικρὰν ὑπηρέτιδα ὁδυρομένην.

—Ἡ καϋμένη Μαρία, μᾶς ἔλεγεν ἡ ἀγαθὴ κόρη, πολὺ κατεφρόνησε τὸν ἑαυτόν της. Ἐπροτίμησε νὰ ἀποθάνῃ εἰς τὸ μαγειρεῖον παρὰ νὰ πλαγιάσῃ πρὶν ἑτοιμασθῇ τὸ γεῦμα... Ἑννόησεν ὅμως τὸν θάνατον της, διότι ἐνῷ ἡτοίμαζον τὴν τράπεζαν, εἶπεν εἰς τὴν Γοστόνην, ἥτις ἦτο πλησίον της, νὰ τρέξῃ νὰ φέρῃ τὸν ἐφημέριον.... διὰ τοῦτο καὶ ἦλθε μὲ ἐκείνην τὴν ῥαγδαίαν βροχὴν τὴν ἐννάτην ὥραν.... σήμερον τὸ πρωῒ τῇ ἔδωκα τὰ δῶρα τοῦ Μαρκεσίου, τεσσαράκοντα φράγκα, τὰ ὁποῖα καὶ λαβοῦσα μὲ εἶπεν ὅτι ἠσθάνετο καλῄτερα·.... ἀλλά... τώρα κοντεύει ν’ ἀποθάνῃ ἡ καϋμένη.....

Καὶ τῳόντι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰσελθὼν ὁ ἐφημέριος μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι εἶχεν ἐκπνεύσει

Ὁ σχεδὸν αἰφνίδιος θάνατος τῆς Μαρίας ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν οἰκιακῶν δυστυχημάτων, ἅτινα προσωρινῶς μόνον διαταράττουν τὴν οἰκίαν ἑνὸς ἀγάμου.

Ὁ ἀγαθὸς θεῖός μου κατεθλίβετο ἐπαναλαμβάνων πάντοτε. — Ἀξιόλογος νέα.... δέκα ἔτη μὲ ὑπηρέτησε μὴ δοῦσά μοι ποτὲ αἰτίαν παραπόνου... δυσκόλως θέλω τὴν ἀναπληρώσει....

Ἐγὼ ὅμως ἐμέτρων τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἔμελλον νὰ ἐκφέρωσι τὸν νεκρὸν καὶ τὸν καιρὸν ὅσος μοὶ ἔμενε διὰ ν’ ἁρπάσω τὴν δεσποσύνην δὲ Μαλεπέρ.

—Τίς ἆρά γε νὰ κληρονομῇ τὴν ἄτυχον ταύτην νέαν; εἶπεν ἐξαίφνης ὁ θεῖός μου· ἔχω εἰς χεῖρας μου ὅλους τοὺς μισθούς της καὶ ὅτι εἶχεν οἰκονομήσει· θὰ ἀνήκουν εἰς τοὺς συγγενεῖς της, ἐὰν ἔχῃ· πρέπει νὰ πληροφορηθώμεν.

Ἀλλ’ ὁ πατήρ Λαμβέρτος ἐκίνησε τὴν κεφαλήν· καθήμενος δὲ παρὰ τὴν τράπεζαν ἐνησχολεῖτο νὰ συντάξῃ τὸ δηλωτικὸν τῆς τελευτῆς. Ἀφοῦ δ’ ἐτελείωσεν ἀπέθεσε, χωρὶς νὰ προφέρῃ λέξιν, τὸν χάρτην ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Γερουσάκ. Ἐκεῖνος δὲ ἀνεῤῥίφθη πρὸς τὰ ὀπίσω κατάπληκτος θεωρῶν πρὸς τὸ μέρος τῆς ἑστίας· ἐπλησίασα τότε καὶ ἐγὼ μηχανικῶς καὶ ἀνέγνων ἄνωθεν τοῦ ὤμου αὐτοῦ τὰ ἑξῆς. «σήμερον τὴν 12 Ὀκτωβρίου 18... ἀπεβίωσεν ἐν Ἁγίῳ Πέτρῳ τοῦ Κορβία, ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία δὲ Μαλεπὲρ, χήρα Φραγγίσκου Πινατέλ. »

—Ὤ! ἀνέκραξα μὲ κίνημα φρίκης, ἡ Μαριώ! ... αὐτὴ ἦτον!...

Ὁ ἐφημέριος Λαβέρτος καὶ ὁ θεῖος μου ἔμειναν ἐστηριγμένοι ἐπὶ τῆς τραπέζης, τὰς χεῖρας ἔχοντες ἡνωμένας· νομίζω, ὅτι ἐδέοντο, ἡ δὲ Βαβελοῦ ὠλόλυζεν ὄπισθεν τῆς θύρας. Ἐκάθισα καὶ ἐγὼ τότε εἰς μίαν γωνίαν τῆς ἑστίας καὶ τὴν κεφαλὴν ἔχων ἐντὸς τῶν χειρῶν, ἔμεινα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ὅλην τὴν ἑσπέραν τεταπεινωμένος, συγχυσμένος καὶ ἀποσβολωμένος. Περὶ τὸ μεσονύκτιον εἰσῆλθον εἰς τὸ δωμάτιον μου· μετ’ ὀλίγον ἤκουσα τινὰ ὑπὸ τὸ παράθυρόν μου καλοῦντά με χαμηλῇ τῇ φωνῇ, ἀνοίξας δὲ αὐτὸ εἶδα τὸν ἐμπιστευμένον μου, ὅστις εἶχεν ἀπαυδήσει νὰ μὲ περιμένῃ εἰς τὴν ἄκραν τῆς λεωφόρου.

—Λοιπὸν, κύριε Φρειδερῖκε, εἶπεν ὑψούμενος ἐπὶ τῆς ἄκρας τῶν ποδῶν του, ποῦ εἶναι ἡ εὶκών; Ἐὰν δύνασθε καταβιβάσατε αὐτὴν ἐκ τοῦ παραθύρου.

—Φύγε ἀπ’ ἐδῶ! τῷ ἀνεκρίθην, δὲ ἔχω τίποτε, μὴ μὲ ζαλίζῃς!

....................................................................................................................................................................................................................................................

Δεκαπέντε ἔτη μετέπειτα, ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Γερουσὰκ, τοῦ ὁποίου ἤμην ὁ γενικὸς κληρονόμος, ἐπανεῦρον τὴν δεσποσύνην δὲ Μαλεπὲρ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ὄπισθεν τῆς θύρας τοῦ ἀνωγείω. Οἱ μῦς εἶχον ὀλίγον περιφάγει αὐτὴν, ὁ δὲ μικρὸς δάκτυλος, ὁ τόσον ἐνοχλῶν τὸν θεῖον μου εἶχεν ἐντελῶς ἐκλείψει. Ἐπανώρθωσα ὅμως τὴν ὡραίαν ἐκείνην εἰκόνα, καὶ σήμερον στολίζει τὸ δωμάτιον τῆς συλλογῆς τῶν εἰκόνων μου.

ΤΕΛΟΣ.