Σελίδα:Χρυσαλλίς Αρ. 67.pdf/22

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
598
ΧΡΥΣΑΛΛΙΣ.


Φτερνηστηριὰν τοῦ μαύρου του[1] πάνω ’ς βουνὸν ἐβγαίνει
Δικλᾷ[2] ’πο’ ἐκεῖ δικλᾷ ’π ’δῶ θωρεῖ ῞να[3] περιβόλι
Κ’ ἐκ’ ἦσαν ἄρχοντες πολλοὶ τραπεζοκαθημένοι
Κι’ ἀπολο(γ)οῦνται[4] ἄρχοντες στέκουσιν καὶ λαλοῦν του.
Καλῶς ἦρτεν ὁ Χάρωντας νὰ φά ’νὰ πκῇ μετά μας
Νὰ φά(γ)ῃ ἄγρι τοῦ λαοῦ νὰ φά’ ὀφτὸν περδίκκι
Νὰ φά’ ἀγροκεράμιδον ποῦ τρῶν’ ἀντρειωμένοι
Νὰ πκῇ[5] γλυκόποτον κρασὶ ποῦ πίνουν φουμισμένοι
Ἀ ποῦ τὸ πίνουν ἄῤῥωστοι καὶ βρέθουνται ’γιαμένοι
Κι’ ἀπολο(γ)ᾶται[6] Χάρωντας στέκεται καὶ λαλεῖ τους
—Δὲν ἦρτα ’γὼ ὁ Χάρωντας νὰ φά’ νὰ πιῶ μαζύ σας
Παρὰ ’ρτα ’γιὼ[7] ὁ Χάρωντας τὸν κάλλιον σας[8] νὰ πάρω.
Κι’ ἀπολο(γ)οῦνται ἄρχοντες στέκουσι καὶ λαλοῦν του
Καὶ ’πέ μας, ’πέ μας Χάρωντα ποιὸς ἔνι ὁ καλός μας;
Κι’ ἀπολο(γ)ήθη Χάρωντας καὶ λέ(γ)ει καὶ λαλεῖ τους·
Ἔνι καὶ μακροδάκτυλος ἔνι κι’ ἀναρκοδόντας.
Ποῦ[9] τ’ ἄκουσεν ὁ Διενὴς[10] ἀρκώθη[11] κ’ ἐθυμώθη,
Κλῶτσον τῶν τάβλων ἔδωκεν κλῶτσον καὶ τῶν τσαέρων[12]
Καὶ τὰ κανατοσκούτελα πετᾷ τα τοῦ ἀέρα.
Κι’ ἀπολο(γ)ήθη Διενὴς τοῦ Χάρωντα καὶ λέ(γ)ει·
Κι’ ἄν με νικήσῃς, Χάρωντα, ἔβγαλε τὴν ψυχήν μου
Κι’ ἄν σε νικήσω Χάρωντα χάρισ’ μου τὴν ψυχήν μου.[13]
Χεριαῖς χεριαῖς ἐπιάσασι κ’ ἐπῆγαν σ’ τὴν παναίστραν[14]
Κι’ ἀπολο(γ)ήθη Χάρωντας καὶ λέ(γ)ει καὶ λαλεῖ του
Κι’ ἀλαβροπιάσ’ με[15] Διενῆ, νὰ σὲ ἀλαβροπιάσω
Κι’ ἀλαβροπιάν’ ὁ Διενὴς καὶ σφικτοπιάν’ ὁ Χάρος.
’Κεῖ ’πό ’πιανεν ὁ Χάρωντας, τὰ γιαίματα. ’πιτοῦσαν[16]
’κεῖ ’πό ’πίανεν ὁ Διενὴς τὰ κόκκαλα ἐλυοῦσαν·
Κ’ ἐδῶκαν κ’ ἐπαλλιώννασι τρεῖς νύκτες, τρεῖς ἡμέραις
’Σ τὰ τρία τὰ μερόνυκτα ὁ Διενὴς νικᾷ τον.
Κι’ ἄνοιξεν ταῖς ἀγκάλαις του καὶ τὸν Θεὸν δοξάζει·
«Δοξάζω σε καλὲ Θεὲ ποῦ ’σαι ’στὰ ’ψηλωμένα
«Κι’ ἀποῦ γινώσκεις τὰ κρυφὰ καὶ τὰ φανερωμένα
«Τὸ πλᾶσμα ἀποῦ μοῦ’ πεψες[17] ἐβγῆκι ἀντρειωμένον»
Ἦρτε φωνὴ ’ποῦ τὸν Θεὸν κι’ ἀπὸ τοὺς Ἀρχαγγέλους.
Καὶ δέν σε ’πεμψα, Χάρωντα, παλιώματα νὰ κάμνῃς
παρά ’στειλά σε, Χάρωντα, ψυχαὶς γιὰ νά μου βγάλλῃς.
Χρυσὸς ἀτὸς[18] ἐγείνηκε’ πάνω ’στὴν κεφαλὴν του
Κ’ ἔσκαπτε μὲ τὸ νύχιν του νὰ βγάλῃ τὴν ψυχήν του
Κι’ ὁ Διενὴς ψυχομαχεῖ σὲ σιδερὰ παλάτια
Σὲ σιδερᾶ παπλώματα σὲ σιδερᾶ κρεββάτια·
Π’ ἀπ’ ἔξω τριγυρίζουν των τριακόσια παλληκάρια
Θέλουν νὰ ’μποῦσιν νὰ τὸν δοῦν κι’ ἀκόμ’ ἀκροφο(β)οῦνται
Κ’ ἕνας κοντὸς, κοντούτσικος καὶ χαμηλοβρακάτος
Τὸ σχιάθι[19] ’ςὴν μασχάλην του ’μπαίνει καὶ χαιρετᾷ τον
Καὶ ’για σου ’γιᾶ σου, Διενὴ, ἀρχαὶς ἀρχαὶς π’ ἀγάπας
’σταὶς ὀσκιαῖς[20] τοῦ φεγγαριοῦ ἐδιάλεγες κ’ ἐπάτας,
Π’ ἀπ’ ἔξω τριγυρίζουν σε τριακόσια παλλικάρια
Θέλουν νὰ ’μποῦσιν νὰ ’σε’ δοῦν κι’ ἀκόμ’ ἀκροφο(β)οῦνται
Κι’ ἀπελο(γ)ήθη Διενὴς καὶ λέ(γ)ει καὶ λαλεῖ τους
’Πέ τους νὰ ’μποῦσιν νὰ με δοῦν τίποτες μὲ[21] φοβοῦνται
Καὶ ἔσω του[22] ἐμπέησαν[23] καὶ γλυκοχαιρετοῦν τον
Κι’ ὁ Διενὴς ἐπρόσταξε ψωμὶν για νὰ τοὺς βάλουν
Κι’ ἀπολο(γ)οῦνται κ’ εἶπαν του καὶ λέ(γ)ουν καὶ λαλοῦν του·
Κ’ ἐμεῖς ἐδῶ δὲν ἤρταμεν νὰ φᾶμεν γιὰ[24] νὰ πιοῦμεν
Ἤρταμεν νὰ ’ρωτήσωμεν πάνω ’ς παλιοὺς πολέμους
Κι’ ἀπολο(γ)ήθη Διενὴς καὶ λέ(γ)ει καὶ λαλεῖ τους·
Σεῖς ’πο ’κεῖ τρῶτε ψωμὶν κ’ ἐγώ’ πο δὰ ’ξη(γ)οῦμαι·
«Κάτω ’σταὶς ἄκραις[25] τῶν ἀγρῶν ’στὸν ἀγροκαλαμιῶνα
ἐννιὰ βούργιαις[26] ἐγέμωσα οὔλον[27] μούττες καὶ γλώσσαις
Κ’ ᾑ μούττες ἔν[28] τοὺς δράκοντες κ’ ᾑ γλώσσαις ἔν τοὺς Λιόντες
Ποῦ τὸ φαρμάκι τὸ πολὺ διψῶ ἐγὼ κι’ ὁ μαῦρος
στέκομαι διαλογίζομαι ποῦ θὰ τόνε ποτίσω
Εἰς τὸν Ἀβράτην[29] ποταμὸν τρέχω νὰ τὸν ποτίσω
Εἰς τὸν Ἀβράτην ποταμὸν Σαρακινὸς καὶ βλέπει[30]
στέκομαι διαλογίζομαι πῶς νὰ τὸν χαιρετήσω
Κι’ ἂν τοῦ ’πῶ τριανταφυλιὰ τριανταφυλιὰ ’χει ἀγκάθια
Κι’ ἂν τοῦ πῶ γαροφαλιὰ γαροφαλιὰ ’χει κόμπους
κι’ ἂν τοῦ πῶ βεργόλεγνον φοβοῦμαι μὲν λυ(γ)ίσῃ.
Κι’ ἂς τὸν χαιρετήσωμεν σγιὰν[31] πρέπει σγιὰν ἀξίζει·
Ὥρα καλὴ —Σαρακινὲ, φῶς τοὺς ἀντρειωμένους.
’Κεῖνος καλοχαιρέταν τον ’κεῖνος ξυλιαῖς τ’ ἀκτυπα
Κ’ ἀπολο(γ)ήθη Διενὴς καὶ λέ(γ)ει καὶ λαλεῖ του
Καὶ βρὲ μωρὲ Σαρακινὲ ’έν[32] να σου ἀκτυπήσω
καὶ μιὰ ξυλιὰ τοῦ χάλασε ἐπάνω ’στὸ κεφάλι
Καὶ ’ὲν[33] ἦτον πέτρα νὰ ῥαῃ γιοφύρι νὰ χαλάσῃ
’ὲν ἦτον παλλιοκάστελλον να῎ ρτη ’πὸ ’πάνω κάτω
Καὶ μέσα ’στὰ ῥουθούνια του φόραδοι[34] ἐσταλίζαν
’πὸ κάτω ’σταὶς μασχάλαις του περδίκκια κακκουρίζαν[35]
καὶ πάνω ’στὴν ῥαχούλλαν του ζευγαλατιὰ καὶ κάμνουν[36]
Κ’ ἐκράτεν ἡ πατούνα του ἐννιὰ μοδιῶν[37] χωράφια
Μία χώρα ἦταν ’κεῖ κοντα.....
Κἀπου στράφτει κἄπου βροντᾷ κἄπου χαλάζι ῥίχνει[38]
κἄπου Θειὸς ἐθέλησε τὴν χώραν μας νὰ κλείσῃ
Κ’ εἶχεν ἕναν καρ(δ)ιοπαπποῦν’ ποῦ τοὺς παλλιοὺς ἀνθρώπους
Μηδὲ στράφτει μηδὲ βροντᾷ μηδὲ χαλάζι ῥίχνει
μηδὲ Θειὸς ἐθέλησε τὴν χώραν γιὰ νὰ κλείσῃ
παρὰ ξυλιὰν τοῦ Διενῆ χαρᾶς τον ’που τὴν ἔφα’


  1. Ἐννοεῖται ἔδωκε καὶ μαῦρον ἐννοεῖ τὸν ἵππον του.
  2. Κυττάζει.
  3. θωρεῖ ’να — θεωρεῖ ἕνα.
  4. Κατά τινας ἐκλείπει τὸ γ.
  5. νὰ πίη.
  6. τὸ ἐγὼ παρὰ Παφίοις λέγεται ἐγώνι.
  7. ἐκλείπει τὸ γ.
  8. τὸν καλλίτερον.
  9. λείπει τὸ εὐθὺς, ὅπερ ἐννοεῖται.
  10. Εἷς τῶν ἀρχόντων ἐπίσημος διὰ τὴν θαυμαστὴν ἀνδρείαν του.
  11. ἀγριώθη.
  12. καθισμάτων.
  13. πιθανῶς τὴν ζωήν μου
  14. παλαίστρα
  15. ἐλαφροπιᾶσμε
  16. μὲ ὁρμὴν ἐξέῤῥεον ὡς ἐν τῷ ἀσκῷ οἶνος ὅταν οὗτος αἴφνης σπάση.
  17. ἔπεμψας.
  18. ἀετός.
  19. σκιάδιον.
  20. Σκιάς.
  21. ἴσον μὲ τὸ μὴ καὶ τότε τὸ ἑπόμ. σύμφωνον διαπλασιάζεται κατὰ τὴν προφοράν.
  22. εἰς τὴν οἰκίαν του
  23. εἰσῆλθον
  24. παρ’ ἄλλοις ἄκριαις.
  25. δέρμα ζώων καὶ κατ’ ἐξοχὴν βοὸς, χρήσιμον εἰς κατασκευὴν σάκκων.
  26. ὅλον.
  27. εἶναι.
  28. ἴσως Εὐφράτην.
  29. εἰς τὴν σημασίαν τοῦ φυλάττει.
  30. καθὼς
  31. ἔν ἀντὶ θὰ
  32. ἴσον μὲ τὸ δὲν
  33. φόραδοι (θηλικὸν) ἀντὶ ἵπποι.
  34. οὕτως καλεῖται ἐκεῖ τὸ κελάδισμα τῶν περδίκων.
  35. ζευγαρώνουν.
  36. μέτρον σίτου ἰσοδυναμοῦν μὲ 8 καφίζια, ἕτερον μέτρον σίτου ὅπερ εἶναι ἴσον μὲ 18 ὁκ. ὥστε τὸ μόδι = μὲ 144 ὀκ.
  37. ῥίπτει.