Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:ΦΕΚ Α 95 - 25.04.1980.pdf/161

Από Βικιθήκη
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
Φ.Ε.Κ. 95 Α
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟΝ)
1355

τοποθετοῦνται εἰς κεχωρισμένα στεγανά διαμερίσματα οὕτω πώς διατεταγμένα ἤ τοποθετημένα, ὥστε ταῦτα νά μή κατακλύζωνται ἀμέσως συνεπεία τῆς αὐτῆς βλάβης. Ἐάν αἱ μηχαναί καί οἱ λέβητες εὑρίσκωνται εἰς δύο ἤ πλείονα στεγανά διαμερίσματα, αἱ διά τήν ἀπάντλησιν τῶν κυτῶν διαθέσιμαι ἀντλίαι δέον νά εἶναι κατά τό δυνατόν διανεμέναι εἰς τά διαμερίσματα ταῦτα.

(δ) Ἐπί πλοίων μήκους 91,5 μέτρων (ἤ 300 ποδῶν) ἤ ἐχόντων δείκτην κριτηρίου 30 καί ἄνω, ἡ διάταξις δέον νά εἶναι τοιαύτη ὥστε μία τοὐλάχιστον μηχανοκίνητος ἀντλία νά εἶναι διαθέσιμος πρός χρῆσιν ὑφ’ ὅλας τάς συνήθεις συνθήκας, ὑφ’ ἅς τό πλοῖον θά ἦτο δυνατόν νά κατακλυσθῇ ἐν πλῷ. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη θά θεωρηθῇ ἐκπληρωθεῖσα ἐάν:

(i) μία τῶν ἀπαιτούμενων ἀντλιῶν εἶναι ἀντλία ἀσφαλείας ἠγγυημένου ὑποβρυχίου τύπου, λαμβάνουσα ἐνέργειαν κινήσεως ἐκ πηγῆς κειμένης ἄνωθεν τοῦ καταστρώματος στεγανῶν, ἤ
(ii) αἱ ἀντλίαι καί αἱ πηγαί ἐνεργείας διά τήν κίνησιν τῶν εἶναι οὕτω πώς διατεταγμέναι καθ’ ὅλον τό μῆκος τοῦ πλοίου ὥστε, ὑπό οἱασδήποτε συνθήκας κατακλύσεως, ἅς τό πλοῖον ἀπαιτεῖται νά ἀντιμετωπίσῃ, μία τοὐλάχιστον ἀντλία, εὑρισκομένη εἰς μή βλαβέν διαμέρισμα, νά δύναται νά χρησιμοποιηθῇ.

(ε) Ἐξαιρέσει τῶν προσθέτων ἀντλιῶν τῶν προοριζομένων μόνον διά τήν ἀποκλειστικήν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀκραίων δεξαμενῶν ζυγοσταθμίσεως, ἑκάστη ἀπαιτουμένη ἀντλία κύτους δέον νά εἶναι διατεταγμένη κατά τρόπον ἐπιτρέποντα τήν ὑπ’ αὐτῆς ἀναρρόφησιν ἐξ οἱουδήποτε διαμερίσματος τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντλησις ἀπαιτεῖται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διαταξεων τῆς παραγράφου (α) τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ.

(στ)

(i) Ἑκάστη ἀνεξάρτητος μηχανοκίνητος ἀντλία κύτους δέον νά εἶναι ἱκανή νά προσδίδῃ ταχύτητα εἰς τό ὕδωρ, ἐντός τοῦ ἀπαιτούμενου κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως κύτους, οὐχί μικροτέραν τῶν 122 μέτρων (ἤ 400 ποδῶν) ἀνά λεπτόν. Ἀνεξάρτητοι μηχανοκίνητοι ἀντλίαι κύτους ἐγκατεστημέναι εἰς χώρους μηχανῶν δέον νά ἔχωσιν ἀπ’ εὐθείας ἀναρροφήσεις ἐκ τῶν χώρων τούτων, ὑπό τήν ἐπιφύλαξιν ὅτι δέν θά ἀπαιτηθῶσι περισσότεραι τῶν δύο ἀναρροφήσεων δι’ ἕκαστον τῶν χώρων τούτων. Ὅταν ὑπάρχωσι δύο ἤ περισσότεραι τοιαῦται ἀναρροφήσεις θά προβλέπεται μία τοὐλάχιστον εἰς τήν ἀριστεράν πλευράν καί μία εἰς τήν δεξιάν. Ἡ Ἀρχή δύναται νά ἀπαιτήσῃ ὅπως ἀνεξάρτητοι μηχανοκίνητοι ἀντλίαι κύτους ἐγκατεστημέναι εἰς ἄλλους χώρους ἔχωσι κεχωρισμένως ἀπ’ εὐθείας ἀναρροφήσεις. Αἱ ἀπ’ εὐθείας ἀναρροφήσεις δέον νά εἶναι καταλλήλως διατεταγμέναι καί ἐκ τούτων εὑρισκόμεναι εἰς χῶρον μηχανῶν δέον νά ἔχωσι διάμετρον οὐχί μικροτέραν τῆς τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως κύτους.
(ii) Εἰς πλοῖα καίοντα γαιάνθρακας, δέον νά ὑπάρχῃ εἰς τό λεβιτοστάσιον, ἐπί πλέον τῶν ἄλλων ἀναρροφήσεων τῶν προβλεπομένων ὑπό τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, εἷς εὔκαμπτος ἀναρροφητικός σωλήν καταλλήλου διαμέτρου καί ἀρκετοῦ μήκους, ὁ ὁποῖος νά δύναται νά συνδεθῇ εἰς τήν ἀναρρόφησιν μιᾶς ἀνεξαρτήτου μηχανοκινήτου ἀντλίας.

(ζ)

(i) Ἐπί πλέον τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀναρροφήσεως ἤ ἀναρροφήσεων τῶν καθοριζομένων ὑπό τῆς παραγράφου (στ) τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, θά ὑπάρχῃ ἐντός τοῦ χώρου μηχανῶν μία ἀπ’ εὐθείας ἀναρρόφησις ἀπό τῆς κυρίας ἀντλίας κυκλοφορίας μέχρι τοῦ σημείου ἀποστραγγίσεως τῶν χώρων μηχανῶν ἐφωδιασμένη δι’ ἑνός ἀντεπιστρεπτικοῦ ἐπιστομίου. Ἡ διάμετρος τοῦ σωλῆνος τῆς ἀπ’ εὐθείας ταύτης ἀναρροφήσεως θά εἶναι τοὐλάχιστον τά 2/3 τῆς διαμέτρου ἀναρροφήσεως τῆς ἀντλίας εἰς τήν περίπτωσιν τῶν ἀτμοπλοίων, τῆς αὐτῆς δέ διαμέτρου πρός τήν ἀναρρόφησιν τῆς ἀντλίας εἰς τήν περίπτωσιν τῶν δηζελοπλοίων.
(ii) Ἐάν κατά τήν γνώμην τῆς Ἀρχῆς, ἡ κυρία ἀντλία κυκλοφορίας δέν εἶναι κατάλληλος πρός τόν σκοπό τοῦτον, τότε θά ἄγεται μία ἀπ’ εὐθείας ἀναρρόφησις ἀσφαλείας κύτους ἀπό τῆς μεγίστης ἐπί τοῦ πλοίου μηχανοκινήτου ἀντλίας μέχρι τοῦ σημείου ἀποστραγγίσεως τοῦ χώρου μηχανῶν. Ἡ διάμετρος τῆς ἀναρροφήσεως ταύτης θά εἶναι ἴση πρός τήν διάμετρον ἀναρροφήσεως τῆς χρησιμοποιούμενης ἀντλίας. Ἡ παροχή τῆς ἀντλίας ταύτης, οὕτω συνδεδεμένης, θά ὑπερβαίνῃ κατά ποσότητα, ἱκανοποιοῦσαν τήν Ἀρχήν, τήν παροχήν τήν ἀπαιτουμένην διά μίαν ἀντλίαν κύτους τῆς ἐγκαταστάσεως.
(iii) Τά βάκτρα τῶν ἐπιστομίων λήψεως θαλάσσης καί τῶν ἀπ’ εὐθείας ἀναρροφήσεων δέον νά ἐπεκτείνωνται ἀρκετά ὑπεράνω τοῦ δαπέδου τοῦ μηχανοστασίου.
(iv) Ἐάν τό χρησιμοποιούμενον καύσιμον εἶναι ἤ δύναται νά εἶναι γαιάνθραξ καί ἐάν δέν ὑπάρχῃ στεγανόν διάφραγμα μεταξύ τῶν μηχανῶν καί τῶν λεβήτων, δέον νά τοποθετῆται εἰς πᾶσαν ἀντλίαν κυκλοφορίας χρησιμοποιουμένην κατ’ ἐφαρμογήν τοῦ ἐδαφίου (i) τῆς παρούσης παραγράφου, εἴτε μία ἀπ’ εὐθείας κατάθλιψις ἐκτός πλοίου, εἴτε διαζευκτικῶς μία συνδεδεμένη μέ τήν κατάθλιψιν τῆς ἀντλίας κυκλοφορίας.

(η)

(i) Ὅλαι αἱ σωληνώσεις αἱ ἐξυπηρετοῦσαι τήν ἀπάντλησιν χώρων φορτίου ἤ μηχανῶν, δέον νά εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμέναι τῶν σωληνώσεων αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν διά τήν πλήρωσιν ἤ ἐκκένωσιν τῶν δεξαμενῶν ὕδατος ἤ πετρελαίου.
(ii) Ὅλοι οἱ σωλῆνες τοῦ δικτύου κύτους οἱ χρησιμοποιούμενοι ἐντός ἤ κάτωθεν τῶν ἀνθρακαποθηκῶν ἤ τῶν πετρελαιοαποθηκῶν καυσίμου ἤ ἐντός χώρων λεβήτων ἤ μηχανῶν, περιλαμβανομένων τῶν χώρων ἐντός τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι δεξαμεναί κατακαθίσεως πετρελαίου ἤ συγκροτήματα ἀντλιῶν πετρελαίου καυσίμου, θά εἶναι κατασκευασμένοι ἐκ χάλυβος ἤ ἔξ ἄλλου ἐγκεκριμένου ὑλικοῦ.

(θ) Ἡ διάμετρος τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως κύτους θά ὑπολογίζεται συμφώνως πρός τόν κατωτέρω τύπον, ὑπονοουμένου ὅτι, ἡ ἐσωτερική διάμετρος τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως δύναται νά ἔχῃ μίαν ἐκ τῶν πλησιεστέρων τυποποιημένων τιμῶν, ἥτις θά θεωρῆται ὑπό τῆς Ἀρχῆς ὡς παραδεκτή:

ἔνθα,

d = ἐσωτερική διάμετρος τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως εἰς χιλιοστόμετρα
L = μῆκος πλοίου εἰς μέτρα
B = πλάτος πλοίου εἰς μέτρα
D = κοῖλον τοῦ πλοίου μέχρι τοῦ καταστρώματος στεγανῶν, εἰς μέτρα.

ἔνθα,

d = ἐσωτερική διάμετρος τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως εἰς δακτύλους
L = μῆκος πλοίου εἰς πόδας
B = πλάτος πλοίου εἰς πόδας
D = κοῖλον τοῦ πλοίου μέχρι τοῦ καταστρώματος στεγανῶν εἰς πόδας.

Ἡ διάμετρος τῶν διακλαδώσεων τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως θά ὑπολογίζεται διά κανόνων καθοριζομένων ὑπό τῆς Ἀρχῆς.

(ι) Ἡ διάταξις τοῦ δικτύου ἀπαντλήσεως κύτους καί τοῦ δικτύου ἕρματος δέον νά εἶναι τοιαύτη, ὥστε νά ἀποκλείεται ἡ δυνατότης εἰσροῆς ὕδατος ἐκ τῆς θαλάσσης ἤ