Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:ΦΕΚ Α 95 - 25.04.1980.pdf/160

Από Βικιθήκη
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
1354
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟΝ)

σεως, ἐπιστομίων, σωλήνων, ἐκβολέων τεφρῶν καί ἀπορριμάτωνμ περί ὧν οἱ παρόντες Κανονισμοί, δέον νά τυγχάνωσι τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἀρχῆς.
(ii) Τά πλαίσια τῶν κατακορύφων στεγανῶν θυρῶν δέον νά μή παρουσιάζωσι εἰς τό κατώτατον αὐτῶν μέρος οὐδεμίαν αὐλάκωσιν ἐντός τῆς ὁποίας θά ἦτο δυνατόν νά συσσωρευθῶσιν ἀκαθαρσίαι ἐμποδίζουσαι τήν θύραν νά κλείῃ καλῶς.
(iii) Ὅλοι οἱ κρουνοί καί τά ἐπιστόμια τῶν λήψεων θαλάσσης καί τῶν ἐξαγωγῶν κάτωθεν τοῦ καταστρώματος στεγανῶν καί ὅλα τά ἐξαρτήματα τῶν τοιούτων κρουνῶν καί ἐπιστομίων, καθώς καί αἱ συνδέσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλοίου θά εἶναι κατασκευασμέναι ἐκ χάλυβος, ὀρειχάλκου ἤ ἑτέρου ἐγκεκριμένου ἐλατοῦ ὑλικοῦ. Δέν θά χρησιμοποιῆται ὁ κοινός χυτοσίδηρος ἤ τά ὅμοια ὑλικά.

(β) Πᾶσα στεγανή θύρα δέον νά δοκιμάζηται δι’ ὑδραυλικῆς πιέσεως ὑδατοστήλης ὕψους μέχρι τοῦ καταστρώματος στεγανῶν. Ἡ δοκιμή αὕτη δέον νά ἐκτελῆται προτοῦ τό πλοῖον τεθῇ ἐν ὑπηρεσίᾳ εἴτε πρό τῆς τοποθετήσεως τῆς θύρας εἴτε μετά τήν τοποθέτησιν αὐτῆς.

Κανονισμός 16
Κατασκευή καί Ἀρχικαί Δοκιμαί Στεγανῶν Καταστρωμάτων, Ὀχετῶν κ.λπ.

(α) Στεγανά καταστρώματα, ὀχετοί, σήραγγες, κοῖλαι τρόπιδες καί ἀεραγωγοί, ὅταν εἶναι στεγανῆς κατασκευῆς, δέον νά εἶναι ἀντοχῆς ἴσης πρός τήν τῶν στεγανῶν διαφραγμάτων εἰς τά ἀντίστοιχα ὕψη. Τά χρησιμοποιούμενα μέσα διά τήν ἐπίτευξιν στεγανότητος καί αἱ υἱοθετούμεναι διατάξεις διά τό κλείσιμον τῶν ἀνοιγμάτων αὐτῶν δέον νά τυγχάνωσι τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἀρχῆς. Οἱ στεγανοί ἀεραγωγοί καί οἱ ὀχετοί δέον νά ἐξικνοῦνται τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ καταστρώματος στεγανῶν.

(β) Μετά τό πέρας τῆς κατασκευῆς, δέον νά ἐκτελῆται ἐπί τῶν στεγανῶν καταστρωμάτων δοκιμή δι’ ἐκσφενδονίσεως ὕδατος δι’ εὐκάμπτου σωλῆνος ἤ διά κατακλύσεως αὐτῶν δι’ ὕδατος, καθώς ἐπίσης καί δοκιμή δι’ ἐκσφενδονίσεως ὕδατος δι’ εὐκάμπτου σωλῆνος ἐπί τῶν στεγανῶν ὀχετῶν, σηράγγων καί ἀεραγωγῶν.

Κανονισμός 17
Στεγανότης ἄνωθεν τῆς Γραμμῆς Ὁρίου Βυθίσεως

(α) Δύναται νά ἀπαιτηθῇ ὑπό τῆς Ἀρχῆς ὅπως λαμβάνωνται πάντα τά λογικά καί πρακτικά μέτρα διά τόν περιορισμόν τῆς εἰσροῆς καθώς καί τῆς ροῆς τοῦ ὕδατος ἄνωθεν τοῦ καταστρώματος στεγανῶν. Τοιαῦτα μέτρα δύνανται νά περιλαμβάνωσι τμηματικά διαφράγματα ἤ πλαίσια. Ὅταν τοποθετοῦνται οὕτω στεγανά τμηματικά διαφράγματα ἤ πλαίσια ἐπί τοῦ καταστρώματος στεγανῶν ὑπεράνω ἤ εἰς ἄμεσον γειτνίασιν τῶν κυρίων στεγανῶν διαφραγμάτων, ταῦτα δέον νά συνδέωνται ὑδατοστεγώς μετά τοῦ περιβλήματος καί τοῦ καταστρώματος στεγανῶν, εἰς τρόπον ὥστε νά μειοῦται ἡ ροή τοῦ ὕδατος κατά μῆκος τοῦ καταστρώματος ὅταν τό ὑποστάν βλάβη πλοῖον ἔχῃ ἐγκαρσίαν κλίσιν. Ὅταν τό τμηματικόν στεγανόν διάφραγμα δέν τοποθετεῖται ἐν εὐθυγραμμίᾳ πρός τό ὑποκάτω στεγανόν διάφραγμα, τότε τό τμῆμα τοῦ καταστρώματος στεγανῶν τό περιλαμβανόμενον μεταξύ αὐτῶν θά κατασκευάζεται ὑδατοστεγές.

(β) Τό κατάστρωμα, στεγανῶν ἤ τό ἄνωθεν αὐτοῦ κατάστρωμα δέον νά εἶναι ἀδιαπέραστον ὑπό εἰσρεόντων ὑδάτων, ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι ὑπό συνήθεις συνθήκας πλεύσεως δέν θά εἰσδύσῃ ὕδωρ πρός τά κάτω. Ὅλα τά ἐπί τοῦ ἐκτεθειμένου καταστρώματος ἀνοίγματα δέον νά περιβάλλωνται ὑπό τοιχωμάτων ἐπαρκοῦς ὕψους καί ἀντοχῆς καί νά εἶναι ἐφωδιασμένα μέ ἐπαρκῆ μέσα ἐπιτρέποντα τό ταχύ κλείσιμον αὐτῶν ὑδατοστεγώς ὑπό ὑδάτων θαλάσσης. Θυρίδες ἐκροῆς ὕδατος εἰς τό δρύφακτον, ἀνοικτά κιγκλιδώματα καί οἱ εὐδίαιοι δέον νά τοποθετοῦνται ὡς ἀπαιτεῖται διά ταχεῖαν ἐκροήν τοῦ ὕδατος ἐξ ἐκτιθεμένου καταστρώματος ὑφ’ οἱασδήποτε καιρικάς συνθήκας.

(γ) Παραφωτίδες, θυρίδες ἐπιβιβάσεως, φορτοθυρίδες καί θυρίδες ἀνθρακεύσεως, ὡς καί ἄλλα μέσα κλεισίματος ἀνοιγμάτων ἐπί τοῦ ἐξωτερικοῦ περιβλήματος ἄνωθεν τῆς γραμμῆς ὁρίου βυθίσεως, δέον νά εἶναι καταλλήλως ἐσχεδιασμέναι καί κατεσκευασμέναι καί ἐπαρκοῦς ἀντοχῆς, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν χώρων ἐπί τῶν ὁποίων εἶναι τοποθετημέναι καί τῶν θέσεών των ἐν σχέσει πρός τήν ἀνωτάτην γραμμήν φορτώσεως τῆς ὑποδιαιρέσεως.

(δ) Θά προβλέπωνται κατάλληλα ἐσωτερικά καλύμματα παραφωτίδων διατεθειμένα εἰς τρόπον ὥστε νά δύνανται νά κλείωσιν εὐκόλως καί τελεσφόρως καί νά στερεοῦνται ὑδατοστεγώς, δι’ ἁπάσας τάς παραφωτίδας τάς τοποθετημένας κάτωθεν τοῦ πρώτου καταστρώματος ἄνωθεν τοῦ κυρίου καταστρώματος.

Κανονισμός 18
Διατάξεις Ἀπαντλήσεως Κυτῶν εἰς Ἐπιβατηγά Πλοῖα.

(α) Τά πλοῖα δέον νά εἶναι ἐφωδιασμένα μέ ἱκανοποιητικήν ἐγκατάστασιν ἀπαντλήσεως κύτους, ἱκανήν διά τήν ἀπάντλησιν καί τήν ἀποστράγγισιν οἱουδήποτε στεγανοῦ διαμερίσματος, ὑ’ ὅλας τάς ἐν τῇ πράξει συνθήκας κατόπιν βλάβης, εἴτε κατακόρυφον εἶναι τό πλοῖον εἴτε κεκλιμμένον, ἐξαιρουμένων τῶν διαμερισμάτων ἐκείνων ἅτινα προορίζονται μονίμως διά πετρέλαιον ἤ ὕδωρ. Πρός τόν σκοπόν τοῦτον εἶναι γενικῶς ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις πλευρικῶν ἀναρροφήσεων, ἐξαιρέσει τῶν στενῶν διαμερισμάτων τῶν εὑρισκομένων εἰς τά ἄκρα τοῦ πλοίου, ἔνθα μία μόνον ἀναρρόφησις δύναται νά θεωρηθῇ ἐπαρκής. Εἰς διαμερίσματα ἀσυνήθους σχήματος, δύνανται νά ἀπαιτηθῶσιν ἐπιπρόσθετοι ἀναρροφήσεις. Δέον νά ὑπάρχῃ κατάλληλος διάταξις ἐπιτρέπουσα εἰς τό ὕδωρ νά ρέῃ ἐλευθέρως πρός τούς ἀναρροφητικούς σωλῆνας τοῦ διαμερίσματος. Ἐάν ἡ Ἀρχή παραδεχθῇ ὅτι διά ὡρισμένα διαμερίσματα δέν ἀπαιτοῦνται διατάξεις ἀπαντλήσεως, δύναται νά ἐπιτρέψῃ τήν μή ἐφαρμογή ταύτης, ἐάν οἱ γενόμενοι ὑπολογισμοί συμφώνως πρός τούς ὅρους τῆς παραγράφου (β) τοῦ Κανονισμοῦ 7 τοῦ παρόντος Κεφαλαίου ἀποδεικνύουσιν ὅτι δέν θά μειωθῇ ἡ ἀσφάλεια τοῦ πλοίου. Θά προβλέπωνται ἀποτελεσματικά μέσα ἀποστραγγίσεως τῶν ὑδάτων εἰς κύτη φέροντα μόνωσιν.

(β)

(i) Τά πλοῖα θά εἶναι ἐφωδιασμένα διά τριῶν τοὐλάχιστον μηχανοκινήτων ἀντλιῶν συνδεδεμένων μετά τοῦ κυρίου ἀγωγοῦ ἀπαντλήσεως κύτους ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία δύναται νά λαμβάνῃ κίνησιν ἀπό τήν προωστήριον μηχανήν. Ἐάν ὁ δείκτης κριτηρίου εἶναι 30 καί ἄνω, δέον νά ὑπάρχῃ μία ἐπιπρόσθετος ἀνεξάρτητος μηχανικίνητος ἀντλία.
(ii) Ὁ κατωτέρω πίναξ δίδει τόν ἀριθμόν τῶν ἀπαιτουμένων ἀντλιῶν:
Δείκτης κριτηρίου Μικρότερος τοῦ 30 30 καί ἄνω
Ἀντλία κινουμένη ἐκ τῆς κυρίας μηχανῆς (δύναται νά ἀντικατασταθῇ ὑπό μιᾶς ἀνεξαρτήτου μηχανοκινήτου ἀντλίας) 1 1
Ἀνεξάρτητοι μηχανοκίνητοι ἀντλίαι 2 3
(iii) Ἀντλίαι ὑγιεινῆς, ἕρματος καί γενικῆς χρήσεως δύνανται νά θεωροῦνται ὡς ἀνεξάρτητοι μηχανοκίνητοι ἀντλίαι, ὅταν εἶναι συνδεδεμέναι πρός τό δίκτυον ἀπαντλήσεως κυτῶν.

(γ) Ὅπου εἶναι πρακτικῶς δυνατόν, αἱ μηχανοκίνητοι ἀντλίαι κύτους δέον νά