- δημιουργίαν σοβαροτέρων συνθηκῶν ἀπό ἀπόψεως πλευρικῆς κλίσεως ἤ μειώσεως τοῦ μετακεντρικοῦ ὕψους, ἡ τοιαύτη βλάβη δέον νά ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατά τούς ὑπολογισμούς.
(ε) Ἡ ἀσύμμετρος κατάκλισις δέον νά μειοῦται εἰς τό ἐλάχιστον δι’ ἱκανοποιητικῶν διατάξεων. Ὅταν ἀπαιτῆται ἡ διόρθωσις μεγάλων γωνιῶν ἐγκαρσίας κλίσεως, τά χρησιμοποιούμενα μέσα διά τήν ἐπαναφορᾶν δέον νά εἶναι αὐτόματα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι πρακτικῶς δυνατόν. Εἰς πάσας ὅμως τάς περιπτώσεις ὅπου προβλέπονται χειριστήρια τῶν ἐξαρτημάτων διά τήν ἀντίρροπον κατάκλυσιν, ταῦτα θά χειρίζωνται ἄνωθεν τοῦ καταστρώματος τῶν στεγανῶν διαφραγμάτων. Τά ἐξαρτήματα ταῦτα ὁμοῦ μέ τά χειριστήρια αὐτῶν δέον νά εἶναι παραδεκτά ὑπό τῆς Ἀρχῆς, ὁμοίως καί ἡ μεγίστη κλίσις τοῦ πλοίου πρό τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν μέσων ἐπαναφορᾶς. Ὅταν ἀπαιτοῦνται ἐξαρτήματα διά τήν ἀντίρροπον κατάκλυσιν, ὁ χρόνος ἐπαναφορᾶς δέον νά μή ὑπερβαίνη τά 15 πρῶτα λεπτά. Κατάλληλοι ὁδηγίαι σχετικῶς μέ τήν χρῆσιν τῶν ἐξαρτημάτων ἀντιρρόπου κατακλύσεως δέον νά χορηγοῦνται εἰς τόν πλοίαρχον τοῦ πλοίου.[1]
(στ) Ἡ τελική κατάστασις τοῦ πλοίου μετά τήν βλάβην καί εἰς τήν περίπτωσιν ἀσυμμέτρου κατακλύσεως μετά τήν λῆψιν τῶν μέτρων ἐπαναφορᾶς, δέον νά πληροῖ τούς ἀκολούθους ὅρους:
- (i) Εἰς τήν περίπτωσιν συμμετρικῆς κατακλύσεως, τό ἀπομένον μετακεντρικόν ὕψος νά εἶναι θετικόν καί τοὐλάχιστον ἴσον πρός 0,05 μέτρα (ἤ 2 δακτύλους). Τοῦτο θά ὑπολογίζεται διά τῆς μεθόδου σταθεροῦ ἐκτοπίσματος.
- (ii) Εἰς τήν περίπτωσιν ἀσυμμέτρου κατακλύσεως, ἡ ὁλική κλίσις δέον νά μή ὑπερβαίνη τάς ἑπτά μοίρας, πλήν εἰδικῶν περιπτώσεων, δι’ ἅς ἡ Ἀρχή δύναται νά ἐπιτρέψῃ ἐπιπρόσθετον κλίσιν προκύπτουσαν ἐκ τῆς ἀσυμμέτρου κατακλύσεως, ἐν οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει ἡ τελική κλίσις δύναται νά ὑπερβαίνῃ τά δέκα πέντε μοίρας.
- (iii) Εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἡ γραμμή ὁρίου βυθίσεως δύναται νά βυθισθῇ κατά τό τελικόν στάδιον κατακλύσεως. Ἐάν θεωρηθῇ ὅτι ἡ γραμμή ὁρίου βυθίσεως εἶναι δυνατόν νά βυθισθῇ κατ’ ἐνδιάμεσον στάδιον κατακλύσεως, ἡ Ἀρχή δύναται νά ἀπαιτήσῃ ὅπως γίνουν ὅλαι αἱ σχετικά ἔρευναι καί αἱ διατάξεις, ἅς αὕτη κρίνει ἀναγκαίας διά τήν ἀσφάλειαν τοῦ πλοίου.
(ζ) Ὁ πλοίαρχος τοῦ πλοίου δέον νά ἐφοδιάζηται μέ τά ἀναγκαῖα δεδομένα, ἵνα ἐξασφαλίζῃ κατά τάς συνθήκας ὑπηρεσίας ἐπαρκῆ εὐστάθειαν εἰς τήν ἄθικτον κατάστασιν, οὕτως ὥστε τό πλοῖον νά δύναται νά ἀνθέξῃ εἰς περίπτωσιν σοβαρᾶς ζημίας. Προκειμένου περί πλοίων ἐφωδιασμένων διά διατάξεως πρός ἀντίρροπον κατάκλυσιν, ὁ πλοίαρχος δέον νά εἶναι ἐνήμερος τῶν συνθηκῶν εὐσταθείας ἐπί τῶν ὁποίων βασίζονται οἱ ὑπολογισμοί κλίσεως καί νά ἐφιστᾶται ἡ προσοχή τοῦ ἐπί τοῦ ὅτι τό πλοῖον δύναται, ὑφιστάμενον βλάβην, νά λάβῃ ὑπερβολικήν κλίσιν ὅταν αἱ συνθῆκαι εὐσταθείας εἰς τήν ἄθικτον κατάστασιν εἶναι δυσμενεῖς.
(η)
- (i) Ἡ Ἀρχή δέν δύναται νά φανῇ ἐλαστική ὡς πρός τάς ἀπαιτήσεις, σχετικῶς μέ τήν εὐστάθειαν εἰς περίπτωσιν βλάβης, ἐκτός ἐάν ἀποδειχθῇ ὅτι τό μετακεντρικόν ὕψος τοῦ πλοίου εἰς ἄθικτον κατάστασιν εἰς οἱανδήποτε συνθήκην ὑπηρεσίας, τό ἀπαιτούμενον διά νά ἀντιμετωπίσῃ τάς ἀνωτέρω ἀπαιτήσεις, εἶναι ὑπεραρκετόν διά τήν προβλεπομένην συνθήκην ὑπηρεσίας.
- (ii) Παρεκκλίσεις ὡς πρός τάς ἀπαιτήσεις σχετικῶς μέ τήν εὐστάθειαν ἐν περιπτώσει βλάβης, ἐπιτρέπονται μόνον εἰς ἐξαιρετικάς περιπτώσεις καί ὑπό τήν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ Ἀρχή θέλει πεισθῇ ὅτι αἱ ἀναλογίαι, αἱ διατάξεις καί τά λοιπά χαρακτηριστικά τοῦ πλοίου εἶναι τά πλέον εὐνοϊκά διά τήν εὐστάθειαν ἐν περιπτώσει βλάβης καί δύνανται πρακτικῶς καί λογικῶς νά γίνωσι παραδεκτά εἰς τάς εἰδικάς περιπτώσεις.
Ὅταν ἀπαιτῆται ἐρματισμός δι’ ὕδατος, τό ὑδάτινον ἕρμα δέν θά τοποθετῆται γενικῶς ἐντός τῶν δεξαμενῶν τῶν προοριζομένων διά πετρέλαιον καύσιμον. Εἰς τά πλοῖα ἐκεῖνα εἰς τά ὁποῖα δέν εἶναι πρακτικῶς δυνατόν νά ἀποφευχθῇ ἡ τοποθέτησις ὕδατος ἐντός τῶν πετρελαιαποθηκών, θά ἐγκαθίσταται ἀποχωριστήρ τοῦ ὕδατος καί πετρελαίου κατά τρόπον ἱκανοποιοῦντα τήν Ἀρχήν, ἤ θά προβλέπωνται ἕτερα μέσα δεκτά ὑπό τῆς Ἀρχῆς διά τήν ἐκκένωσιν τοῦ ἀναμίκτου ὑδατίνου ἕρματος.
(α)
- (i) Πᾶν πλοῖον δέον νά ἔχῃ διάφραγμα πρωραίας δεξαμενῆς ζυγοσταθμίσεως ἤ συγκρούσεως, τό ὁποῖον δέον νά εἶναι στεγανόν μέχρι τοῦ καταστρώματος στεγανῶν διαφραγμάτων. Τό διάφραγμα τοῦτο δέον νά εἶναι τοποθετημένον εἰς ἀπόστασιν οὐχί μικροτέραν τῶν 5 τοῖς ἑκατόν τοῦ μήκους τοῦ πλοίου καί οὐχί μεγαλυτέραν τῶν 3,05 μέτρων (ἤ 10 ποδῶν) σύν 5 τοῖς ἑκατόν τοῦ μήκους τοῦ πλοίου ἀπό τῆς πρωραίας ὀρθίας.
- (ii) Ἐάν τό πλοῖον ἔχῃ μακρόν πρωραῖον ὑπερκατασκεύασμα, τό διάφραγμα συγκρούσεως δέον νά ἐπεκτείνηται στεγανῶς μέχρι τοῦ καταστρώματος ἀμέσως ἄνωθεν τοῦ καταστρώματος τῶν στεγανῶν διαφραγμάτων. Ἡ ἐπέκτασις δέν εἶναι ἀπαραίτητον νά εὑρίσκηται ἀμέσως ἄνωθεν τοῦ ὑποκειμένου διαφράγματος, ὑπό τόν ὅρον ὅμως ὅπως ἡ ἐπέκτασις αὕτη ἀπέχῃ τοὐλάχιστον ἀπόστασιν ἴσην πρός τά 5 τοῖς ἑκατόν τοῦ μήκους τοῦ πλοίου ἀπό τῆς πρωραίας ὀρθίας καί τό τμῆμα τοῦ καταστρώματος τῶν στεγανῶν, ὅπερ σχηματίζει τήν βαθμίδα, εἶναι ἀποτελεσματικῶς ἀδιαπέραστον ὑπό ὑδάτων κακοκαιρίας.
(β) Ἐπίσης, πᾶν πλοῖον δέον νά ἔχῃ διάφραγμα πρυμναίας δεξαμενῆς ζυγοσταθμίσεως, ὡς καί διαφράγματα χωρίζοντα τόν χῶρον μηχανῶν, ὡς καθορίζεται εἰς τόν Κανονισμόν 2 τοῦ παρόντος Κεφαλαίου, ἀπό τούς χώρους φορτίου καί ἐπιβατῶν πρώραθεν καί πρύμνηθεν. Τά διαφράγματα ταῦτα θά εἶναι στεγανά μέχρι τοῦ καταστρώματος στεγανῶν. Παρά ταῦτα τό διάφραγμα τῆς πρυμναίας δεξαμενῆς ζυγοσταθμίσεως δύναται νά σχηματίζῃ, βαθμίδα κάτωθεν τοῦ καταστρώματος στεγανῶν διαφραγμάτων ὑπό τόν ὅρον ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ πλοίου δέν μειοῦται ἀπό ἀπόψεως στεγανῆς ὑποδιαιρέσεως.
(γ) Εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις αἱ χοάναι τῶν ἐλικοφόρων ἀτράκτων δέον νά εἶναι ἐγκεκλεισμέναι ἐντός στεγανῶν χώρων, περιωρισμένου ὄγκου. Ὁ στυπιοθλίπτης τῆς ἐλικοφόρου ἀτράκτου δέον νά τοποθετῆται ἐντός στεγανῆς σήραγγος ἤ ἄλλου στεγανοῦ χώρου κεχωρισμένου ἀπό τοῦ χώρου τῆς χοάνης τῆς ἐλικοφόρου ἀτράκτου. Ὁ χῶρος ὅμως οὗτος δέον νά εἶναι τοιούτου ὄγκου ὥστε, ἐάν κατακλυσθῇ οὕτως λόγῳ διαρροῆς τοῦ στυπιοθλίπτου, ἡ γραμμή ὁρίου βυθίσεως νά μή κατέλθῃ ὑπό τήν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης.
- ↑ Γίνεται μνεία τῆς Συστάσεως ἥτις υἱοθετήθη ὑπό τοῦ Ὀργανισμοῦ διά τῆς Ἀποφάσεως Α 266(VIII) ἐπί τῆς Προτύπου Μεθόδου διά τήν καθιέρωσιν Συμμορφώσεως πρός τάς Ἀπαιτήσεις διά τάς Διατάξεις Ἀντιρρόπου Κατακλύσεως εἰς τά ἐπιβατηγά πλοῖα.