- (iii) Τό διαμέρισμα, ἄνωθεν τοῦ ὁποίου ἐκτείνεται ἡ βαθμίς, μή ὑπερβαίνῃ τό ἐπιτρεπόμενον μῆκος τό ἀντιστοιχοῦν πρός μίαν γραμμήν ὁρίου βυθίσεως λαμβανομένην 76 χιλιοστόμετρα (ἤ 3 δακτύλους) κάτωθι τῆς βαθμίδος.
(στ) Ὅταν κύριον ἐγκάρσιον διάφραγμα παρουσιάζῃ ἐσοχήν ἤ σχηματίζῃ βαθμίδα, δέον διά τόν ὑπολογισμόν τῆς ὑποδιαιρέσεως, νά λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἕν ἰσοδύναμον ἐπίπεδον διάφραγμα.
(ζ) Ἐάν ἡ ἀπόστασις μεταξύ δύο παρακειμένων κυρίων ἐγκαρσίων διαφραγμάτων ἤ τῶν ἰσοδυνάμων πρός αὐτά ἐπιπέδων διαφραγμάτων, ἤ ἡ ἀπόστασις μεταξύ τῶν ἐγκαρσίων ἐπιπέδων τῶν διερχομένων διά τῶν πλησιεστέρων σημείων τῶν βαθμίδων τῶν διαφραγμάτων εἶναι μικροτέρα τῶν 3,05 μέτρων (ἤ 10 ποδῶν) σύν 3 τοίς ἑκατόν τοῦ μήκους τοῦ πλοίου, ἤ τῶν 10,67 μέτρων (ἤ 35 ποδῶν), οἱονδήποτε εἶναι τό μικρότερον, τότε μόνον ἕν ἐκ τῶν διαφραγμάτων τούτων θά λογίζεται ὡς ἀποτελοῦν μέρος τῆς ὑποδιαιρέσεως τοῦ πλοίου, συμφώνως πρός τούς ὁρισμούς τοῦ Κανονισμοῦ 5 τοῦ παρόντος Κεφαλαίου.
(η) Ὅταν κύριον ἐγκάρσιον στεγανόν διάφραγμα περιέχῃ τοπικήν ὑποδιαίρεσιν καί ἡ Ἀρχή πεισθῇ ὅτι, μετά βλάβην τῆς πλευρᾶς τοῦ πλοίου, λαμβανομένην καθ’ ὑπόθεσιν καί ἐκτεινομένην ἐπί μήκους 3,05 μέτρων (ἤ 10 ποδῶν) σύν 3 τοῖς ἑκατόν τοῦ μήκους τοῦ πλοίου ἤ 10,67 μέτρων (ἤ 35 ποδῶν) οἱονδήποτε εἶναι τό μικρότερον, ὁλόκληρος ὁ ὄγκος τοῦ κυρίου διαμερίσματος δέν θέλει κατακλυσθῇ, δύναται νά ἐπιτρέψῃ ἀνάλογον ἐπαύξησιν τοῦ ἐπιτρεπομένου μήκους, ὅπερ θά ἀπητεῖτο ἄλλως διά τό ἐν λόγῳ διαμέρισμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ὄγκος τῆς ἐφεδρικῆς ἀντώσεως, ὁ λαμβανόμενος ἐπί τῆς μή βεβλαμμένης πλευρᾶς, δέν δύναται νά εἶναι μεγαλύτερος τοῦ ὄγκου τοῦ λαμβανομένου ἐπί τῆς βεβλαμμένης τοιαύτης.
(θ) Ὅταν ὁ ἀπαιτούμενος συντελεστής ὑποδιαιρέσεως εἶναι 0,50 ἤ μικρότερος, τό συνδεδυασμένον μῆκος δύο παρακειμένων διαμερισμάτων δέον νά μή ὑπερβαίνῃ τό κατακλύσιμον μῆκος.
(α) Δέον νά προβλεφθῇ ἐπαρκής εὐστάθεια διά τό πλοῖον εἰς τήν ἄθικτον κατάστασιν, ὥστε δι’ ὅλας τάς συνθήκας ὑπηρεσίας τοῦ νά δύναται νά ἀντιμετωπίζῃ τό τελικόν στάδιον κατακλύσεως οἱουδήποτε κυρίου διαμερίσματος τοῦ ὁποίου τό μῆκος ἀπαιτεῖται νά εἶναι ἐντός τοῦ κατακλυσίμου μήκους.
Ὅταν δύο παρακείμενα κύρια διαμερίσματα χωρίζονται διά διαφράγματος μετά βαθμίδος, συμφώνως πρός τάς διατάξεις τοῦ ἐδαφίου (ε)(i) τοῦ Κανονισμοῦ 6 τοῦ παρόντος Κεφαλαίου, ἡ εὐστάθεια εἰς τήν ἄθικτον κατάστασιν δέον νά εἶναι τοιαύτη, ὥστε νά δύναται νά ἀνθέξῃ τήν κατάκλυσιν τῶν δύο τούτων παρακειμένων κυρίων διαμερισμάτων.
Ὅταν ὁ ἀπαιτούμενος συντελεστής στεγανῆς ὑποδιαιρέσεως εἶναι 0,50 ἤ μικρότερος, ἀλλά μεγαλύτερος τοῦ 0,33, ἡ εὐστάθεια εἰς τήν ἄθικτον κατάστασιν δέον νά εἶναι τοιαύτη ὥστε νά δύναται νά ἀνθέξῃ τήν κατάκλυσιν δύο οἱωνδήποτε παρακειμένων κυρίων διαμερισμάτων.
Ὅταν ὁ ἀπαιτούμενος συντελεστής ὑποδιαιρέσεως εἶναι 0,33 ἤ μικρότερος, ἡ εὐστάθεια εἰς τήν ἄθικτον κατάστασιν δέον νά εἶναι τοιαύτη ὥστε νά δύναται νά ἀνθέξῃ τήν κατάκλυσιν τριῶν οἱωνδήποτε παρακειμένων κυρίων διαμερισμάτων.
(β)
- (i) Αἱ ἀπαιτήσεις τῆς παραγράφου (α) τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ θά προσδιορίζωνται δι’ ὑπολογισμῶν συμφώνως πρός τάς ἑπομένας παραγράφους (γ), (δ) καί (στ) τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, οἵτινες ὑπολογισμοί λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τάς ἀναλογίας καί τά χαρακτηριστικά τοῦ σχεδίου τοῦ πλοίου, ὡς καί τήν διάταξιν καί διαμόρφωσιν τῶν ὑποστάντων βλάβην διαμερισμάτων. Κατά τήν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπολογισμῶν τούτων, τό πλοῖον δέον νά θεωρῆται ὅτι εὑρίσκεται ὑπό τάς χειρίστας προσδοκομένας συνθήκας ὑπηρεσίας ἀπό ἀπόψεως εὐσταθείας.
- (ii) Ὅταν προτίθενται νά ἐγκατασταθοῦν καταστρώματα, ἐσωτερικά περιβλήματα, ἤ διαμήκη διαφράγματα ἐπαρκοῦς στεγανότητος πρός τόν σκοπόν νά περιορίζωσι σημαντικῶς τήν εἰσροήν ὕδατος, ἡ Ἀρχή δέον νά πείθηται ὅτι κατά τούς ὑπολογισμούς ἐλήφθησαν ἐπαρκῶς ὑπ’ ὄψιν οἱ τοιοῦτοι περιορισμοί.
- (iii) Εἰς περίπτωσιν κατά τήν ὁποίαν ἡ Ἀρχή ἔχει ἀμφιβολίας ὡς πρός τήν ἔκτασιν, ἤτοι τό ὅριον τῆς εὐσταθείας κατόπιν βλάβης, δύναται νά ζητήσῃ τήν ἔρευναν ὡς πρός τό σημεῖον τοῦτο.
(γ) Διά τόν ὑπολογισμόν τῆς εὐσταθείας ἐν περιπτώσει βλάβης, αἱ διαχωρητότητες ὄγκου καί ἐπιφανείας δέον νά εἶναι γενικῶς αἱ ἑξῆς:
| Χῶροι | Διαχωρητότης |
| Προοριζόμενοι διά φορτίον, γαιάνθρακα ἤ ἀποθήκας ἐφοδίων. | 60 |
| Καταλαμβανόμενοι ὑπό ἐνδιαιτημάτων | 95 |
| Καταλμβανόμενοι ὑπό μηχανῶν | 85 |
| Προοριζόμενοι δι’ ὑγρά | 0 ἤ 95[1] |
Μεγαλύτεραι διαχωρητότητες ἐπιφανείας δέον νά λαμβάνωνται διά τούς χώρους ἐκείνους οἵτινες εἶναι εἰς τήν περιοχήν τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὕδατος μετά τήν ζημίαν, καί δέν περιέχουσι σημαντικόν ἀριθμόν ἐνδιαιτημάτων ἤ μηχανῶν, καθώς καί χῶροι οἵτινες δέν καταλαμβάνονται γενικῶς ὑπό σημαντικῆς ποσότητος φορτίου ἤ ἐφοδίων.
(δ) Ἡ ὑποτιθέμενη ἔκτασις ζημίας δέον νά εἶναι ὡς ἑξῆς:
- (i) Διαμήκης ἔκτασις: 3,05 μέτρα (ἤ 10 πόδες) σύν 3 τοῖς ἑκατόν τοῦ μήκους τοῦ πλοίου ἤ 10,67 μέτρα (ἤ 35 πόδες), οἱαδήποτε ἐκ τῶν δύο εἶναι ἡ μικροτέρα. Ὅταν ὁ ἀπαιτούμενος συντελεστής ὑποδιαιρέσεως εἶναι 0,33 ἤ μικρότερος, ἡ ὑποτιθέμενη διαμήκης ἔκτασις τῆς ζημίας θά αὐξάνεται ὅσον ἀπαιτεῖται, εἰς τρόπον ὥστε νά περιλάβῃ δύο συνεχόμενα κύρια ἐγκάρσια στεγανά διαφράγματα.
- (ii) Ἐγκάρσια ἔκτασις (μετρουμένη ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς πλευρᾶς τοῦ πλοίου κατ’ ὀρθάς γωνίας πρός τήν μέσην γραμμήν εἰς τό ὕψος τῆς ἀνωτάτης ἐμφόρτου ἰσάλου γραμμῆς τῆς ὑποδιαιρέσεως): Ἡ ἀπόστασις τοῦ ἑνός πέμπτου τοῦ πλάτους τοῦ πλοίου, ὡς τοῦτο καθορίζεται ἐν τῷ Κανονισμῷ 2 τοῦ παρόντος Κεφαλαίου, καί
- (iii) Κάθετος ἔκτασις: ἀπό τῆς ἄνω ἀκμῆς τῆς τρόπιδος πρός τά ἄνω ἀπεριορίστως.
- (iv) Ἐάν βλάβη μικροτέρας ἐκτάσεως τῆς ἀναφερομένης εἰς τά προηγούμενα ἐδάφια (i), (ii) καί (iii) τῆς παρούσης παραγράφου (δ) ἤθελε συντελέσει εἰς τήν
- ↑ Οἱοσδήποτε ἐκ τῶν δύο ἀριθμῶν ἀνταποκρίνεται πρός τάς πλέον αὐστηρᾶς ἀπαιτήσεις