- κετώτερος τοῦ 0,50 ὁ χρησιμοποιηθησόμενος συντελεστής θά εἶναι ὁ μικρότερος τῶν δύο ἀριθμῶν, δηλαδή εἴτε ὁ 0,50 ἤ ὁ συντελεστής ὁ ὑπολογισθείς συμφώνως πρός τάς διατάξεις τῆς ὑποπαραγράφου (δxi) τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ.
- (4) Ἡ ὑποδιαίρεσις πρύμνηθεν τοῦ διαφράγματος συγκρούσεως πλοίων μήκους μικροτέρου τῶν 131 μέτρων (ἤ 430 ποδῶν) ἀλλ’ οὐχί μικροτέρου τῶν 55 μέτρων (ἤ 180 ποδῶν) τῶν ἐχόντων δείκτην κριτηρίου ἴσον πρός τό S1 ἔνθα:
- θά προσδιορίζεται ἐπί τῇ βάσει συντελεστοῦ ἴσου πρός τήν μονάδα, τῶν ἐχόντων δείκτην κριτηρίου 123 καί ἄνω ἐπί τή βάσι τοῦ συντελεστοῦ BB διδομένου διά τοῦ τύπου τοῦ ἐδαφίου (II) (2) τῆς παρούσης παραγράφου, τῶν δέ ἐχόντων δείκτην κριτηρίου μεταξύ S1 καί 123 ἐπί τή βάσει τοῦ συντελεστοῦ F εὑρισκομένου διά γραμμικῆς παρεμβολῆς μεταξύ τῆς μονάδος καί τοῦ συντελεστοῦ BB τή βοηθεία τοῦ τύπου:
- ὑπό τήν ἐπιφύλαξι ὅτι εἰς ἑκάστην τῶν δύο τελευταίων περιπτώσεων, ἐάν ὁ οὕτω εὐρεθησόμενος συντελεστῆς εἶναι κατώτερος τοῦ 0,50, ἡ ὑποδιαίρεσις δύναται νά προσδιορισθῇ διά συντελεστοῦ μή ὑπερβαίνοντος τό 0,50.
- (5) Ἡ ὑποδιαίρεσις πρύμνηθεν τοῦ διαφράγματος συγκρούσεως πλοίων μήκους μικροτέρου τῶν 131 μέτρων (ἤ 430 ποδῶν) ἀλλ’ οὐχί μικροτέρου τῶν 55 μέτρων (ἤ τῶν 180 ποδῶν) ἐχόντων δείκτην κριτηρίου κατώτερον τοῦ S1 καί ὅλων τῶν πλοίων μήκους μικροτέρου τῶν 55 μέτρων (ἤ τῶν 180 ποδῶν) θά προσδιορίζεται ἐπί τῇ βάσει συντελεστοῦ ἴσου πρός τήν μονάδα, ἐκτός ἐάν ἡ Ἀρχή ἤθελε πεισθῇ ὅτι εἶναι πρακτικῶς ἀδύνατον νά ἐφαρμοσθῇ ὁ συντελεστής οὗτος εἰς ὡρισμένα διαμερίσματα, ὁπότε αὕτη δύναται νά ἐπιτρέψῃ παρέκκλισίν τινα, ἐν σχέσει μέ τά διαμερίσματα ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ἡ παρέκκλισης αὕτη δικαιολογεῖται ὑπό τῶν περιστάσεων, ἀλλ’ ὑπό τόν ὅρον ὅπως τό ἀκρώτατον πρός πρύμνην διαμέρισμα καί ὅσον τό δυνατόν περισσότερα πρωραία διαμερίσματα (μεταξύ τοῦ διαφράγματος συγκρούσεως καί τοῦ πρυμναίου ἄκρου τῶν χώρων μηχανῶν) δέν θά ἔχωσι μῆκος ὑπερβαῖνον τό κατακλύσιμον μῆκος.
(α) Ὅταν εἰς ἕν ἤ πλείονα τμήματα τοῦ πλοίου, τά στεγανά διαφράγματα ἐξικνοῦνται μέχρις ἑνός ὑψηλοτέρου καταστρώματος ἤ εἰς τό ὑπόλοιπον τμῆμα τοῦ πλοίου καί εἶναι ἐπιθυμητόν ὅπως προκύψῃ ὠφέλεια ἐκ τῆς εἰς ὕψος ἐπεκτάσεως ταύτης τῶν διαφραγμάτων, δύναται κατά τόν ὑπολογισμόν τοῦ κατακλυσίμου μήκους, νά γίνῃ χρῆσις κεχωρισμένων γραμμῶν ὁρίου βυθίσεως δι’ ἕκαστον τῶν τμημάτων τούτου τοῦ πλοίου, ὑπό τόν ὅρον ὅπως:
- (i) Αἱ πλευραί τοῦ πλοίου ἐπεκτείνωνται καθ’ ὅλον τό μῆκος τοῦ πλοίου μέχρι τοῦ καταστρώματος τοῦ ἀντιστοιχοῦντος εἰς τήν ἀνωτέραν γραμμήν ὁρίου βυθίσεως καί ὅλα τά ἀνοίγματα ἐπί τοῦ ἐξωτερικοῦ περιβλήματος τά εὑρισκόμενα κάτωθι τοῦ καταστρώματος τούτου καθ’ ὅλον τό μῆκος τοῦ πλοίου, θεωρηθῶσιν ὅτι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἐννοία τοῦ Κανονισμοῦ 14 τοῦ Κεφαλαίου τούτου, κάτωθι τῆς γραμμῆς ὁρίου βυθίσεως, καί
- (ii) Τά δύο διαμερίσματα τά παρακείμενα εἰς τήν βαθμίδα τοῦ καταστρώματος στεγανῶν διαφραγμάτων εἶναι ἕκαστον ἐντός τῶν ὁρίων τοῦ ἐπιτρεπομένου μήκους τοῦ ἀνταποκρινομένου εἰς τάς ἀντιστοίχους τῶν γραμμάς ὁρίου βυθίσεως καί ἐπιπροσθέτως τό συνδεδυασμένων μῆκος των μή ὑπερβαίνῃ τό διπλάσιον τοῦ ἐπιτρεπομένου μῆκος, ὑπολογιζομένου ἐπί τῆς κατωτέρας γραμμῆς ὁρίου βυθίσεως.
(β)
- (i) Διαμέρισμά τι δύναται νά ὑπερβαίνῃ τό ἐπιτρεπόμενον μῆκος τό ὁριζόμενον ὑπό τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ 5 τοῦ παρόντος Κεφαλαίου, ὑπό τόν ὅρον ὅτι τό συνδεδυασμένον μῆκος ἑκάστου ζεύγους παρακειμένων διαμερισμάτων πρός τά ὁποῖα τό ἐν λόγῳ διαμέρισμα εἶναι κοινόν, δέν ὑπερβαίνει τό κατακλύσιμον μῆκος ἤ τό διπλάσιον τοῦ ἐπιτρεπομένου μήκους, οἱονδήποτε ἐκ τῶν δύο εἶναι τό μικρότερον.
- (ii) Ἐάν τό ἕν ἐκ τῶν δύο παρακειμένων διαμερισμάτων εὑρίσκεται ἐντός τοῦ χώρου μηχανῶν καί τό ἕτερον εὑρίσκεται ἐκτός τοῦ χώρου μηχανῶν, ἡ δέ μέση διαχωρητότης τοῦ τμήματος τοῦ πλοίου ἐν ᾧ εὑρίσκεται τό δεύτερον διαφέρει τῆς τοῦ χώρου μηχανῶν, τό συνδεδυασμένον μῆκος τῶν δύο διαμερισμάτων δέον νά διορθοῦται, λαμβανομένης ὡς βάσεως τῆς μέσης τιμῆς τῶν διαχωρητοτήτων τῶν δύο τμημάτων τοῦ πλοίου ἐντός τῶν ὁποίων κεῖνται τά δύο διαμερίσματα.
- (iii) Ὅταν τά δύο παρακείμενα διαμερίσματα ἔχωσι διαφόρους συντελεστάς ὑποδιαιρέσεως, τό συνδεδυασμένον μῆκος τῶν δύο διαμερισμάτων προσδιορίζεται κατ’ ἀναλογίαν.
(γ) Εἰς πλοῖα μήκους 100 μέτρων (ἤ 330 ποδῶν) καί ἄνω, ἕν τῶν κυρίων ἐγκαρσίων διαφραγμάτων πρύμνηθεν τοῦ διαφράγματος συγκρούσεως, δέον νά τοποθετῆται εἰς ἀπόστασιν ἀπό τῆς πρωραίας ὀρθίας μή ὑπερβαίνουσαν τό ἐπιτρεπόμενον μῆκος.
(δ) Κύριον ἐγκάρσιον διάφραγμα δύναται νά ἔχει ἐσοχήν, ὑπό τόν ὅρον ὅπως, πάντα τά τμήματα τῆς ἐσοχῆς εὑρίσκωνται ἐσωτερικῶς κατακορύφων ἐπιφανειῶν εἰς ἀμφοτέρας τάς πλευρᾶς τοῦ πλοίου, εὑρισκομένων εἰς ἀπόστασιν ἀπό τῶν ἐλασμάτων τοῦ περιβλήματος ἴσην πρός τό ἕν πέμπτον τοῦ πλάτους τοῦ πλοίου, ὡς τοῦτο ὁρίζεται ἐν τῷ Κανονισμῷ 2 τοῦ παρόντος Κεφαλαίου καί μετρουμένη καθέτως πρός τόν ἄξονα τοῦ πλοίου εἰς τό ὕψος τῆς ἀνωτάτης ἐμφόρτου ἰσάλου γραμμῆς τῆς ὑποδιαιρέσεως.
(ε) Κύριον ἐγκάρσιον διάφραγμα δύναται νά σχηματίζῃ βαθμίδα, ἐάν πληροῖ ἕνα τῶν ἀκολούθων ὅρων:
- (i) Τό συνδεδυασμένον μῆκος τῶν δύο διαμερισμάτων τῶν χωριζομένων ὑπό τοῦ ἐν προκειμένῳ διαφράγματος, μή ὑπερβαίνῃ τά 90 τοίς ἑκατόν τοῦ κατακλυσίμου μήκους ἤ τό διπλάσιον τοῦ ἐπιτρεπομένου μήκους, ἐκτός ἐάν προκειμένου περί πλοίων ἐχόντων συντελεστήν ὑποδιαιρέσεως ἀνώτερον τοῦ 0,9 τό συνδεδυασμένον μῆκος τῶν δύο ἐν προκειμένῳ διαμερισμάτων, δέν ὑπερβαίνει τό ἐπιτρεπόμενον μῆκος.
- (ii) Ὑπάρχει πρόσθετος ὑποδιαίρεσις παρά τήν βαθμίδα, εἰς τρόπον ὥστε νά τηρῆται ὁ αὐτός βαθμός ἀσφαλείας, οἷος θά ὑπῆρχε μετά ἐπιπέδου διαφράγματος.