Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/52

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


15
ΚΑΡΔΑΚΙ

Τ’ ἄγνωρα ρεποθέμελα τοῦ ἀρχαίου
Ναοῦ στὸ ἔρμο ἀκροθαλάσσιο πλάϊ
Χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
Γύρου ὀμορφάδα κόσμου πάντα νέου.
Καὶ λέω ποῦ ἀκόμα ἀπ’ τὴν κορφὴ τοῦ ὡραίου
Βουνού στ’ ἄσπρα ντυμένη ροβολάει
Ἡ ἀρχαία ζωὴ κι’ αὐτοῦ φεγγοβολάει
Λαμπρὸς ναὸς τεχνίτη Κερκυραίου.
Χρυσόνειρο, σὲ βλέπω γιατὶ μ’ ἔχει
Μαγέψῃ τὸ νερὸ στὴν κρύα βρύση,
Ποῦ μέσαθε ἀπὸ τ’ ἅγιο χῶμα τρέχει.
Ἔτσι κάποιος θεὸς θὰ τό ’χῃ ὀρίσῃ·
Κι’ ὅποιος ξένος ἐκεῖ τὸ χείλι βρέχει
στὰ γονικά του πλιὰ δὲ θὰ γυρίσῃ.

ΔΕΚ. 96


16
ΟΝΕΙΡΟ

Νύχτα, μὲ δίχως ἄστρα οὐδὲ φεγγάρι,
Σὲ μιὰν ἄγρια παράδερνα λαγκάδα·
Ξάφνου μὲ σκιαχτερὴ ξένη ἀσκημάδα
Τρεῖς Ἄχαρες θωρῶ σ’ ἕνα λογγάρι.
Ἡ μεσινὴ ψηλὰ κρατεῖ λυχνάρι,
Ποῦ τῶν τριονῶν φωτίζει τὴν ἀχνάδα·
Οὐρλιάζοντας μ’ ἀταίριαστη βραχνάδα
Ἀργὰ ξαλλάζουν τὸ ἑξάδιπλο ἀχνάρι
Κι’ ὀμπρός μου σταματοῦν. Τότε στυλόνει
Ἡ κάθε μιὰ τὰ μάτια κατὰ μένα·
Ἡ μεσινὴ τὸ λύχνο χαμηλόνει
Καὶ φού! τὸν σβυοῦν οἱ τρεῖς μὲ φύσημ’ ἕνα.
Φρενιασμένος ἐξύπνησα. Ἄχ! τὸ φῶς μου,—
Τὴν ἴδια ὥρα έσβύστηκε ὁ αδρεφός μου!

ΑΠΡ. ΜΑΗΣ 96

38