Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/46

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


3
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ

Στὴν κορφὴ τῆς ζωῆς, ὅπου ροδίζει
Τῆς Λευτεριᾶς ἀμόλευτος ἀγέρας
Καὶ σὰν ἦχος ἀθάνατης φλογέρας
Ἡ ποίηση, ἀηδόνι θεῖο, καλοκαρδίζει,
Ἄσκωσες διαμαντένιο μετερίζι
Καὶ στὴ μέση, ὀμορφιᾶς θάμα καὶ τέρας,
Ναό τῆς Μεγαλόψυχης Μητέρας
Ἔστησες ποῦ σὰν ἥλιος πορφυρίζει.
Ποτέ στ’ ἀραχνιασμένο βάραθρ’, ὅπου
Μὲς τὴ μούχλα καὶ μὲς τὴ φαρμακίλα
Ὀχὲς κλωσσοῦν οἱ κάκητες τ’ ἀθρώπου,
Ποτὲ δὲν ἐκατέβηκες· κ’ ἐκύλα
Ἡ φωνή σου βροντὴ κ’ ἔκαιε σὰ φλόγα
τοὺς πονηρούς,—μὰ τοὺς καλοὺς εὐλόγα.

ΟΧΤ. 96


4
ΝΙΚΟΣ ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ

Καὶ ἂν εἶναι ἄλλη ζωή, θἄναι γιὰ σένα
Ὁ ἀθέρας τουτηνῆς. Βαθειὰ γαλήνη
Σιωπῆς παντοτεινῆς θὰ μεγαλύνῃ
Τὰ πλήθια μάγια, σμίγοντάς τα σ’ ἕνα
Θεράπιο θεϊκό· τὴ μιὰ παρθένα
Ποῦ ἐφίλησες κι’ ὁ πόθος σου τὴν κρίνει,
Τὰ πέντε σας παιδιά, ποῦ ἄχραντοι κρίνοι
Ἀνθοῦν κι’ ἀλλοιῶς σοῦ μοιάζει τὸ καθένα
Πεντάμορφο, καὶ τ’ ἄδολο τῆς Γνώσης
Ἀνάμα καὶ τὴ φώτιση τοῦ Ὡραίου
Κι’ ὅσο δάκρυα φτωχῶν ἔχει στεγνώσῃς
Καὶ, μὲ τὴ λάβρα τ’ ἄξιου Κερκυραίου
Γιὰ τοῦ νησιοῦ σου τὴν εὐδαιμονία,
Γιὰ τὸ Γένος, τὴν ἔνθεη μανία.

ΑΥΓ. ΔΕΚ. 97