Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/179

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


[ BYRON

ΑΠΟ ΤHN "PARISINA" (*) ]
Ι

Ἡ ὧρα εἶν’ αὐτὴ ποῦ ἀπὸ τοὺς κλώνους βγαίνει
Ὁ ψιλὸς τ’ ἀηδονιοῦ κελαϊδισμός,
Ποῦ εἰς κάθε του μιλιὰ μουρμουρισμένη
Φαίνεται ὁ πόθος τοῦ ἐραστῆ γλυκός.
Καὶ τ’ ἀεράκι ποῦ τερπνὰ φυσάει
Καὶ τὸ ρυάκι ποῦ σιμὰ κυλάει
Μουσικὴ χύνουν σὰ φιλέρμ’ αὐτιά.
Εἶναι ψηλὰ τ’ ἀστέρι’ ἀνταμωμένα,
Κάτου στὴν γῆν εἶν’ ἐλαφρὰ βρεμένα
Ὄλα τὰ λουλουδάκια μὲ δροσιά.
Τὸ γαλάζιο τὸ κῦμα εἶναι βαθύτερο
Κ’ ἕνα ξάστερο σκότος ’ς τὸν αἰθέρα,
’Στὴ γλυκειά του μαυράδα καθαρό,
Ὁπ’ ἔρχεται ὅταν βασιλεύσ’ ἡ μέρα
Τὴν ὥρα ποῦ φεγγάρι λαμπηρὸ
Τοῦ δειλινοῦ τὸ φῶς σκορπίζει πέρα.

ΙΙ

Ἀλλ’ ὄχι τοῦ νεροῦ γιὰ ν’ ἀγροικήσῃ
Tὸν καταρράκτ’ ἡ Παριζίνα βγαίνει,
Ὄχι τὸ οὐράνιο φῶς γιὰ ν’ ἀντικρύσῃ
Eἰς τὰ μαυράδια τῆς νυκτὸς προβαίνει.
Κι’ ἂν εἰς τὸ περιβόλι αὐτὴ καθίζει
Δὲν εἶναι γιὰ τὰ ὁλάνοικτα λουλούδια,
Aὐτιάζεται — ὄχι γι’ αἠδονιοῦ τραγούδια —
Ἂν καὶ τέτοια λαλιὰ ν’ ἀκούσῃ ἐλπίζει.
Καὶ νά μὲς τὰ πυκνὰ φύλλα γλυστράει
Ἕνα πάτημα, ἡ ὄψη της χλωμιάζει —
Kαὶ ἡ καρδιά της γοργότερα κτυπάει.
Μέσ’ ἀπ’ τὰ στήθη της φουσκόνουν!
Μιὰ στιγμὴ μόνη ἀκόμα — κι’ ἀνταμόνουν —
Ἐπέρασε ἡ στιγμή — καὶ πέφτει ἐμπρός της
Mὲ μιᾶς γονατισμένος ὁ καλός της.


 (*)ΣΗΜ. ΤΟΥ ΕΚΔ. Ἀκατάργαστο ἀπόσπασμα, ποὺ ἀναφέρνει ὁ ποιητὴς στὸ στιχουργημένο γράμμα του πρὸς τὸν Ἀντρ. Κεφαλληνὸ (25 Δεκ. 1884).

165